Δευτέρα, Ιουλίου 16, 2007

Το πότισμα

- Άλες καπούτ!!!

Οι δικοί μου πήγαν στο εξοχικό. Ανέλαβα να περάσω από το πατρικό μου για να ποτίσω τα λουλούδια. Κίνησα το βράδυ του Σαββάτου και, αντί να βγω στην Πατησίων για να περπατήσω προς το κέντρο, όπως κάνω συνήθως στις βόλτες μου, ξεκίνησα την κάθοδο, μέσα από στενά, προς τα Πατήσια. Καλοκαίρι, το ολοφυρόμενο χάος της ανθρωπότητας, ο παφλασμός της σαρκοθάλασσας μιας από τις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές του κόσμου ξεχύνεται στους δρόμους μέσα από ανοιχτά παράθυρα και πόρτες. Πόσο προτιμώ τον Χειμώνα που κλείνει τους ανθρώπους και τους θορύβους τους πίσω από κλειστές πόρτες και τζάμια. Μια ακατάπαυστη οχλοβοή σπάει σαν κύμα στα τύμπανα των αυτιών μου. Όλες οι γλώσσες της Γης, μια ασίγαστη βοή από αμέτρητα στόματα. Σε αυτό το υπόβαθρο, ένα κακόηχο μίγμα ποπ και έθνικ, ανακατεμένο με σκυλοτράγουδα κυριαρχεί σε ορισμένα σημεία, από τα παράθυρα, σπιτιών καταστημάτων και αυτοκινήτων. Κάπου - κάπου τα μπάσα ανακατεύουν το στομάχι μου.

Στις γωνίες βουβαλόπαιδα, με χοντρούς σβέρκους και ρούχα που παραβιάζουν κάθε αισθητική περιμένουν τις δαμάλες τους για την έξοδο του Σαββάτου. Η αισθητική ενός λούμπεν, πολυεθνικού προλεταριάτου κυριαρχεί με φόντο το τσιμέντο, την άσφαλτο και τους ξέχειλους κάδους απορριμμάτων. Έξω από το ψιλικατζίδικο, σε ένα στενό, μια ομάδα μεταναστών, προφανώς από την Ανατολική Ευρώπη, κάθεται σε ένα πεζούλι και γελά τρανταχτά, απαίσια, επώδυνα. Μέσα από το μαγαζί, ίσως κάποιου ομοεθνούς τους, ξεχύνονται αφόρητοι ήχοι, εδώ και εκεί άδεια και σπασμένα μπουκάλια μπύρας, η Σαββατιάτικη διασκέδασή τους. Σάρκες γαντζωμένες πεισματικά στη ζωή για λόγους ακατανόητους και μυστηριώδεις σε μένα, σε τέτοιο βαθμό ώστε να γεννοβολούν κιόλας σε αυτή την κόλαση του Δάντη.

Ένα νεαρό ζευγάρι βγάζει το μωρό του βόλτα, ο πατέρας μικρής ηλικίας, όπως και η μητέρα. Δεν ξέρω αν είναι Έλληνες ή ξένοι. Αυτή έχει ακόμη τη γενική εμφάνιση που δελέασε το αρσενικό για να το παρασύρει στην τεκνοποιία και να το ζέψει στο ζυγό της οικογένειας, στο ζυγό στον οποίο είναι και η ίδια ζεμένη, έχοντας όμως φανερά την πίστη ότι εκπληρώνει τον "σκοπό" της. Τα χαρίσματά της όμως έχουν ήδη αρχίσει να φθίνουν, κάπου κρεμάει, κάπου παίρνει βάρος. Είναι λίγο απεριποίητη, όπως δεν θα ήταν πριν από ένα ή δύο χρόνια. Ο ρόλος της πλέον έχει αλλάξει. Στο βλέμμα εκείνου νομίζω ότι διακρίνω κάποια σημάδια απελπισίας, ίσως μια συνειδητοποίηση που αρχίζει να ανατέλλει στο νου του. Χαμογελώ από μέσα μου, απέφυγα αυτή την παγίδα, μπορεί να ζω στην κόλαση, αλλά η κόλαση δεν με ξεγέλασε σε καμία στιγμή. Ας πρόσεχες άνθρωπε. Σκέφτομαι την αγωνία της κοινωνίας να σε πείσει ότι πρέπει να της προσφέρεις περισσότερο κρέας για να αλέσει και καγχάζω.

Πλησιάζω στο σπίτι των γονιών μου, η οχλοβοή είναι αρκετά έντονη, Οι λαρυγγισμοί, οι μουσικές, οι θόρυβοι, οι οσμές εγκλωβίζονται στο λαβύρινθο των πολυκατοικιών και επιτίθενται κατά κύματα στις αισθήσεις μου. Εδώ και εκεί κρέμονται CD από τα μπαλκόνια, μπροστά μου μια λειωμένη κατσαρίδα. Ένας γέρος, με βλέμμα που δείχνει ανικανότητα να κατανοήσει τον νέο κόσμο που τον περιβάλλει κυκλοφορεί με ξεκούμπωτο πουκάμισο και το παρηκμασμένο κορμί του που ζέχνει σε κοινή θέα, μόνη του άμυνα απέναντι στον κόσμο η φαινομενική ασημαντότητά του και η απέχθεια που δημιουργεί στους άλλους.

Ξαφνικά, κάτι συμβαίνει, ένας θόρυβος καλύπτει όλους τους άλλους, ένα εκκωφαντικό κροτάλισμα. Σε μια διασταύρωση, στην Αχαρνών, ξεπροβάλλει πρώτα μια ερπύστρια και μετά ένα τεράστιο άρμα μάχης. Στον πυργίσκο στέκεται ευθυτενής ένας αξιωματικός των Ες Ες. Ακολουθούν μερικά ερπυστριοφόρα μεταφοράς προσωπικού. Η φάλαγγα σταματάει. Προσέχω τον αξιωματικό των Ες Ες. Είναι ευπαρουσίαστος, τα χαρακτηριστικά του προσώπου του μοιάζουν κάπως με τα δικά μου. Κοιτάζει γύρω του, πρώτα με στωικότητα την οποία όμως γρήγορα διαδέχεται μια έκφραση οργής και αηδίας, σαν να μην μπορεί να δεχθεί αυτό που αντικρίζει. Στρέφεται στους βαριά οπλισμένους άνδρες που τον ακολουθούν. Κάποιοι είναι φορτωμένοι με χειροβομβίδες και φλογοβόλα. Ανοίγει το στόμα του και ουρλιάζει σαν λύκος: «Άλες Καπούτ! Άλες καπούτ!». Το πυροβόλο του άρματος εκπυρσοκροτεί στέλνοντας μια οβίδα σε μια πολυκατοικία και μια κόλαση φωτιάς ξεχύνεται προς όλες τις κατευθύνσεις, φέρνοντας την κάθαρση δια του πυρός.
-
Συνέρχομαι γρήγορα καθώς πέφτουν πάνω μου οι σταγόνες από κάποιο κλιματιστικό ή, χειρότερα, από το πότισμα σε κάποιο μπαλκόνι. Οι δαίμονες διαλύονται. Μπροστά μου μια εφηβική παρέα αφροελλήνων αστειεύεται σε άπταιστα Ελληνικά, πολύ πιθανό να γεννήθηκαν εδώ και η γλώσσα των γονιών τους να είναι μόνο «η γλώσσα που μιλάνε στο σπίτι». Οι κινήσεις τους δεν είναι ανεξέλεγκτες και δείχνουν κάποια ανατροφή. Αυτά τα παιδιά είναι χαρούμενα, καθαρά και ντυμένα με ζωηρά, ευχάριστα χρώματα. Η παρουσία τους με χαροποιεί. Σηκώνω το βλέμμα αναζητώντας τη λωρίδα του ουρανού μέσα από το τσιμέντο, κοιτάζω τα έντονα από τη μόλυνση χρώματα του ηλιοβασιλέματος και διώχνω κάπως τη μελαγχολία σκεπτόμενος «να ένα θέμα για ποστ!».

5 σχόλια:

λολιτα είπε...

ευτυχως το σωσες στο τελος...


αλλα εμενα αυτο το πληθος κατα περιργο τροπο με εξιταρει...τι να πω!


τις καλησπερες μου

ΓΑΪΔΑΡΑ είπε...

καταπληκτικό κείμενο!!!
πολλές απ'αυτές τις σκέψεις τις έχω κάνει κι εγώ... αλλά τότε έρχεται μία σκέψη... η μητέρα όλων των σκέψεων μου... αμείλικτη και ακριβοδίκαιη... και με αφήνει απογοητευμένη και άφωνη... "και ποια είμαι εγώ που θα κρίνω τι αξίζει και τι όχι?"
... ναι... πολύ καλό κείμενο... γίνεται καλύτερο όσο το σκέφτομαι...

περαστικός είπε...

Καλησπέρα Λολίτα, αντιθέτως, εγώ είχα πάντα μια αποστροφή προς τα πλήθη.

Καλησπέρα Γαϊδάρα, δεν θέλω να κρίνω, θέλω γαλήνη.

seaina είπε...

Χα χα, ένα από τα κείμενά σου που πρωτοδιάβασα είναι το "Ουστ καλοκαίρι! (ή θερινή πικρία στην πόλη)", περσινό. Το είχα λατρέψει.
Το σημερινό μου άρεσε εξίσου και με μου το θύμισε αρκετά!!
Φιλιά!

περαστικός είπε...

Καλησπέρα Seaina :)