Τα παρακάτω λίγα τα έγραψα σε ένα μικρό σημειωματάριο όσο νοσηλευόμουν, την πρώτη και τη δεύτερη φορά. Από
εκεί και τα πρόχειρα σκιτσάκια που ακολουθούν.
Από το παράθυρό μου
βλέπω τα αναμμένα φώτα ενός διαμερίσματος. Κοιτάζω προσπαθώντας να διακρίνω
κάποια λεπτομέρεια. Ηδονοβλεπτική διάθεση για μια εικόνα υγιούς ανθρώπινης
ζωής. Ο ορός τώρα στάζει κανονικά.
Νύχτα, ο ορός στάζει, οι σταγόνες αντανακλούν το φως του δρόμου.
***
Οι οροί στάζουν μέσα στο αίμα μου, στάζει και το χιονόνερο από τα σίδερα
του μπαλκονιού έξω από το δωμάτιό μου.
Δεν κράτησα την τηλεόραση που είχε το δωμάτιό μου (την πρώτη φορά που
νοσηλεύθηκα). Εχθές έβλεπα μια μαγευτική πανσέληνο, σήμερα, ένα ουράνιο τόξο.
Παρακολουθώ την αέναη κίνηση των νεφών και τα πετάγματα των πουλιών. Περιστέρια,
δεκαοχτούρες, καρακάξες, θαλασσοπούλια, είναι όλα παρηγοριά. Σήμερα είμαι σχεδόν
σίγουρος ότι είδα ένα αρπακτικό, κουκουβάγια ή κάτι άλλο; Το είδα το πρωί να
πετάει σε σχετικά μικρή απόσταση και ενθουσιάστηκα. Μου μοιάζει με γεράκι,
είναι δυνατόν; Μπορεί να κάνω λάθος.
***
Ξάφνου, να, ένα σπουργίτι να πετά ψηλά, ψηλά.
Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου
Ο άνεμος φυσάει με μεγάλη ένταση. Το κλαδί ενός δέντρου μοιάζει με χέρι που
με χαιρετά καθώς σείεται. Σηκώνω του χέρι μου και ανταποδίδω. Συνεχίζουμε για
λίγη ώρα αυτό το παιχνίδι με το δέντρο.
Το απόγευμα βλέπω με θλίψη τον αέρα να ξηλώνει κάτι πρόχειρες στέγες,
απέναντι, στα «προσφυγικά». Απλωμένοι μουσαμάδες και άλλα πρόχειρα στερεωμένα
υλικά για προστασία από τη βροχή γίνονται φτερό στον άνεμο. Κάποιοι ίσως να
υποφέρουν απόψε. Κάθε αίσθηση ασφάλειας είναι αυταπάτη. Ο άνεμος έρχεται πάντα.
Ίσως να πρέπει να μάθεις να αφήνεσαι και ο ίδιος στον άνεμο, όπως αυτά τα
παρασυρμένα υλικά. Όσο πιο πολύ αντιστέκεσαι, τόσο πιο πολύ πονάς.
***
Νωρίς το πρωί νοιώθω τον Λάρι να με σπρώχνει με τα μπροστινά του πόδια για
να ξυπνήσω, όπως συνηθίζει. Ενοχλητική, αλλά τόσο αγαπημένη αίσθηση. Ανοίγω τα μάτια και συνειδητοποιώ
ότι βρίσκομαι στο νοσοκομείο.











