Παρασκευή, Οκτωβρίου 05, 2007

Ελληνικό Γκόθικ

Παραμορφωμένος για πάντα από ένα ατύχημα, μόλις στο τέταρτο έτος της ηλικίας του, με βαυαρικές ρίζες από την πλευρά της μητέρας του. Η αναπηρία του δεν τον στρέφει σε έρωτα προς την εξουσία, όπως τον Ριχάρδο τον Γ΄ του Σακεσπήρου, εις αναπλήρωσιν του άλλου έρωτα που του είναι μάλλον απρόσιτος, αλλά στρέφεται στη φιλολογία και τη φιλοσοφία. Διακρίνεται στο εξωτερικό και αναγορεύεται διδάκτωρ στο πανεπιστήμιο του Ίνσμπρουκ. Να όμως που το μονοπάτι του διασταυρώνεται με αυτό μιας πριγκίπισσας, που δεν είναι άλλη από την πριγκίπισσα Σίσσυ ή αυτοκράτειρα Ελισσάβετ. Γίνεται δάσκαλος και συνοδός της, δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει πρίγκιπάς της. Μια ιστορία που θυμίζει παραμύθι των αδελφών Γκριμ. Το χέρι του δολοφόνου τού στερεί την πριγκίπισσά του και το βιβλίο που αφιερώνει στη μνήμη της γίνεται η αιτία να αναγκαστεί να εγκαταλείψει τη θέση του και να επιστρέψει τελικά στην Ελλάδα, μεταφέροντας στις αποσκευές του τον τίτλο του Βαρώνου και Ιππότη του Τάγματος του Αγίου Ιωσήφ. Αισθητιστής, ρομαντικός, συμβολιστής μα πάνω από όλα μελαγχολικός. Αναμορφώνει το Ελληνικό θέατρο. Πεθαίνει 43 ετών.

Αυτά είναι λίγα στοιχεία της διάπυρης και σύντομης τροχιάς που διέγραψε η ζωή του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου, συγγραφέα της Κερένιας Κούκλας, μυθιστορήματος τόσο σκοτεινού ώστε η δημοσίευσή του σε συνέχειες στην εφημερίδα «Πατρίς», τα πρώτα χρόνια του εικοστού αιώνα, να διακοπεί. Σε αυτό το μυθιστόρημα βασίζεται το θεατρικό έργο «Το αίμα που μαράθηκε» του Άκη Δήμου. Παρακολούθησα την παράσταση εχθές στις φωτισμένες απόκοσμa στοές του Θεατρικού Εργαστηρίου, στην Καλλιδρομίου των Εξαρχείων. Ο θεατής κάθεται σε αμφιθεατρικές θέσεις, σε ένα σημείο όπου συναντώνται δύο στοές, στη μία κρεβάτια νοσοκομείου, στην άλλη μια τελετουργική τράπεζα. Μου ήλθαν στο νου εικόνες αμφιθεάτρου ιατρικής σχολής από έργα και απεικονίσεις. Η παράσταση εκτυλίσσεται παράλληλα και στις δύο στοές, μη αφήνοντας το βλέμμα να αναπαυθεί, ενώ περιλαμβάνει επίσης πολύ κίνηση και μουσική.

Οι ηθοποιοί κινούνται και στροβιλίζονται με τον πρωταγωνιστή σχεδόν πάντα σε μια αναπηρική πολυθρόνα, που έχει συμβολικό χαρακτήρα, ενώ επίσης τραγουδούν. Μορφές δαιμονικές, η νοσοκόμα με την άσπρη στολή αλλά και τη μαύρη γούνα που κινείται στις μύτες των ποδιών της και αλλάζει ρόλους... Όλα είναι νοτισμένα από το θάνατο και τη μεταφυσική, όπως οι τοίχοι από τα δάκρυα μιας νεκρής, όπως λέει κάποια στιγμή η δύστυχη Λιόλια που πόθησε την ευτυχία για να συναντήσει μόνο το πένθος και φαντάσματα. Οι ήρωες καταδικασμένοι εκ των προτέρων. Το μαύρο χιούμορ δεν λείπει. Ένα γνήσια γοτθικό έργο που μου έφερε στο νου το πρώτο λογοτεχνικό δείγμα, το Κάστρο του Οτράντο.

Κάποτε, μπορεί ο ουρανός να ήταν πολύ φωτεινός σε αυτήν τη χώρα για ένα τόσο σκοτεινό έργο, σήμερα, αυτό είναι πιστή αντανάκλαση του σκότους και των σκιών που μας κυκλώνουν, των απανθρακωμένων δασών, ζώων και ανθρώπων, των δηλητηριασμένων νερών και του αέρα μας, του ζόφου και της μελαγχολίας μας, της απόγνωσής μας, της γκρίζας και ασφυκτικής πόλης μας. Σήμερα αναπνέουμε το θάνατο και τον καπνό των δικών μας ζωών, ψωνίζοντας τα τελευταία μοντέλα κινητών με πιστωτικές κάρτες. Είμαι καπνός, λέει κάποια στιγμή ο πρωταγωνιστής. Η προωθημένη άποψη αρχικά με ξένισε, ήταν για τα πρώτα δύο-τρία λεπτά, στη συνέχεια, το ξόρκι έδεσε καλά. Πολίτες του Γκόθαμ Σίτι, σπεύσατε.

Συγχαρητήρια σε όλους τους συντελεστές.

2 σχόλια:

ellinida είπε...

Ενδιαφέρον ακούγεται.
Η τελευταία παράγραφος όμως με επανέφερε στην πραγματικότητα. Τι φρίκη. Πάω να ρίξω μιά βουτιά να ξεπλυθώ από τον κόσμο.

περαστικός είπε...

Γεια σου Ελληνίδα, ναι, φρίκη, μια από τις λειτουργίες της τέχνης ίσως να είναι να μας βοηθά, αν όχι να συμφιλιωθούμε με την πραγματικότητα, τουλάχιστον να την ανεχθούμε.