Τρίτη, Αυγούστου 14, 2007

Θεολογική φαντασία

Είχε βυθιστεί μέσα στον κόσμο του, όλα ήταν ακριβώς όπως πρέπει. Τα πλάσματα ζούσαν σε απόλυτη αρμονία, ο πόνος που μπορούσαν να αισθανθούν κυμαινόταν από μια απλή ενόχληση μέχρι το ισοδύναμο ενός έντονου μουδιάσματος, όπως όταν κάθεσαι πάνω στο πόδι σου για πολύ ώρα. Δεν υπήρχαν αρρώστιες, ακρωτηριασμοί, αναπηρίες, τα φυτά παρείχαν άφθονους καρπούς που ικανοποιούσαν την όρεξη όλων των πλασμάτων και όλοι έμοιαζαν να περνούν καλά, εφευρίσκοντας παιχνίδια και κάνοντας έρωτα για να περνούν τις μακριές ζωές τους. Τα πουλιά κελαηδούσαν με μελωδίες που δεν θα μπορούσε να φτάσει σε αρμονία και μεγαλείο ακόμη και η καλύτερη εκτέλεση του καλύτερου μουσικού έργου του κόσμου μας. Ασχήμια δεν υπήρχε, ακόμη και όταν κάποιο πλάσμα πέθαινε το σώμα του μετατρεπόταν σε χώμα που άνθιζε αμέσως, χωρίς το στάδιο της σήψης. «Καλά είναι έτσι, υπάρχουν μερικά προβληματάκια, αλλά σιγά, σιγά θα τα λύσω και αυτά» σκέφτηκε παρατηρώντας ένα καλοθρεμμένο νήπιο να λιάζεται δίπλα σε μια μικρή αρκούδα, ενώ και οι δύο απολάμβαναν μερικά γλυκά φρούτα και μέλι που στάλαζε από μια κυψέλη που βρισκόταν πάνω στο δέντρο όπου ακουμπούσαν. Πιο πέρα πρόσεξε έναν άδειο ωκεανό, «να θυμηθώ να κάνω να αναδυθούν μερικά νησιά εδώ» σκέφτηκε. Απολάμβανε το βουητό μέσα στο νου του που προερχόταν από κάθε σκέψη κάθε πλάσματος του κόσμου του, ώσπου ένα δυνατό τράνταγμα τον έκανε να επανέλθει μέσα στην τάξη.

Από πάνω του στεκόταν ο δάσκαλός του. «Άκουσε Λορόμπο, τα έχουμε ξαναπεί, αν θέλεις να αποφοιτήσεις με το δίπλωμα θεού Α΄ τάξης δεν πρέπει να είσαι τόσο μαλακός με τα πλάσματά σου!» Ο Λορόμπο κάτι πήγε να ψελίσει «Μα... ποιο είναι το νόημα να τα βασανίζω... τι θέλετε, να γίνω σαν τον Ιαχβέ εκεί πέρα που κάνει σαν να ευχαριστιέται με κάθε λοιμό και δυστυχία...» «Λορόμπο» τον έκοψε ο δάσκαλος «αν διάβαζες λίγο τα βιβλία σου θα ήξερες ότι σκοπός της ύπαρξης είναι η μάθηση, οι ψυχές φτάνουν στην κάθαρση μέσω των παθημάτων τους αποκτώντας αρετές όπως η υπομονή, η ευσπλαχνία, το θάρρος, υπερβαίνοντας τον εγωισμό τους, οδηγούμενες από τον έρωτα για το ανώτερο! Τα πλάσματά σου, ή μάλλον οι ψυχές τους που δεν είναι παρά αντανακλάσεις της δικής σου συνείδησης πρέπει να αποκτήσουν εμπειρίες που μπορούν να αποκτηθούν μόνο μέσα από τον πόνο και τη φθορά και τη συνεχή μάχη ενάντια σε αυτά. Στον κόσμο που έχεις φτιάξει, αμφιβάλλω αν έστω και σε έναν από τους γαλαξίες σου υπάρχει ένα πλάσμα που να αισθάνθηκε την ανάγκη να κάνει ένα μεροκάματο ή να βαρυστομάχιασε από το φαΐ που έφαγε μέχρι σκασμού! Τα πλάσματά σου πρέπει να πονέσουν για να εξελιχθούν μετά από πολλές μετενσαρκώσεις, ώστε να εξελιχθείς και εσύ ο ίδιος Λορόμπο!» Ο δάσκαλος έκλεισε τα μάτια του και βυθίστηκε για λίγο μέσα στον κόσμο του Λορόμπο. «Κοίτα χάλι» μουρμούρισε «ένα μάτσο από τεμπέληδες και καλοπερασάκηδες που δεν γνώρισαν τι θα πει ανάγκη... μα... τι βλέπω εκεί; παγωτόδεντρο;!». Ο δάσκαλος άνοιξε ξανά τα μάτια του κοιτώντας επιτιμητικά τον κακομοίρη τον Λορόμπο που τώρα είχε γίνει το κέντρο του ενδιαφέροντος όλων των άλλων μαθητευόμενων θεών μέσα στην τάξη.

Ο Λορόμπο αισθανόταν παγιδευμένος, σχεδόν θα ευχόταν να μην ήταν θεός, αλλά μόνο ένα από τα χονδρά σκαθάρια του κόσμου του. Κοίταξε τον δάσκαλό του, «θέλετε λοιπόν να κάνω τα πλάσματά μου να υποφέρουν και να κάνουν το ένα το άλλο να υποφέρει, θέλετε να σκοτώνονται και να σκοτώνουν, να βασανίζονται και να βασανίζουν, να βιάζονται και να βιάζουν, να πονούν και να προκαλούν πόνο, να υποφέρουν από αρρώστιες, να εξαρτάται η επιβίωση του ενός από το θάνατο του άλλου, ενώ και εγώ θα υποφέρω μαζί τους, θα αδικώ και θα αδικούμαι ταυτόχρονα, αποτελώντας τη συνείδηση της ύπαρξης κάθε πλάσματος, του θύτη και του θύματος.» «Είναι αναγκαίο Λορόμπο, πρέπει να μάθουν και να μάθεις και μόνο ο πόνος μαθαίνει. Κανένας βέβαια δεν μπορεί να σε υποχρεώσει να κάνεις οτιδήποτε, αλλά καθυστερείς την ίδια σου την εξέλιξη», είπε ο δάσκαλος μελαγχολικά.

Ο Λορόμπο έμεινε για λίγο με σκυμμένο το κεφάλι. «Απελθέτω απ΄εμού το ποτήριον... θα τους αφήσω να επιλέξουν οι ίδιοι αν θέλουν να μάθουν, ας αποφασίσουν οι ίδιοι αν αξίζει το τίμημα.» Ο δάσκαλος χαμογέλασε σαν να ήξερε ήδη την έκβαση της υπόθεσης. Ο Λορόμπο βυθίστηκε για άλλη μια φορά στον κόσμο του και έκανε να φυτρώσει ένα δένδρο με έναν ζουμερό, κόκκινο καρπό, το δένδρο της γνώσης, έβαλε και έναν πονηρό βάτραχο να προπαγανδίζει τα οφέλη της γνώσης, έναν βάτραχο που αργότερα κάποιοι αποκάλεσαν «βάτραχο του κακού», ενώ ο ίδιος κατέστησε σαφές στα πλάσματά του ότι η βρώση του καρπού θα σήμαινε γνώση, αλλά και πόνο, λέξη το περιεχόμενο της οποίας, αλίμονο, τα πλάσματά του δεν μπορούσαν ουσιαστικά να κατανοήσουν σε όλη του την έκταση. «Ας αποφασίσουν αυτοί για εμένα, ας αποφασίσουν με την ελεύθερη βούλησή τους αν θέλουν να γευθούν αυτό τον καρπό, αν έστω και ένας από αυτούς το αποφασίσει, θα πρέπει όλοι να ακολουθήσουν... και εγώ μαζί τους.»

6 σχόλια:

ΓΑΪΔΑΡΑ είπε...

ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΟ!!!!!!!!

Διόνα είπε...

Άλλο ένα εξαιρετικό κείμενο, Περαστικέ!

περαστικός είπε...

Ευχαριστώ Γαϊδάρα, Διόνα :)

ΓΑΪΔΑΡΑ είπε...

πάντως μια συνέχεια θα την ήθελα με τον Λορόμπο... :P

περαστικός είπε...

Γεια σου Γαϊδάρα, δεν ξέρω, αλλά σίγουρα ο Λορόμπο θα χαρεί που έχει τουλάχιστον μία πιστή :)

ΓΑΪΔΑΡΑ είπε...

:D