Τρίτη, Ιουλίου 15, 2014
Πώς μπόρεσες, Χίθκλιφ;
Η μαγική φωνή της είχε στοιχειώσει τα παιδικά όνειρά μου. Ο ήχος και μόνο μου φαινόταν μαγικός, και ας μην ήξερα τότε ούτε τη γλώσσα. Το είχα ξεχάσει αυτό το τραγούδι μέχρι που, πολύ πρόσφατα, ακούγοντας χιτ των 70’s, ανακάλυψα περί τίνος επρόκειτο. Μερικές φορές, η παιδική μαγεία δεν χάνεται ποτέ, αντιθέτως, τώρα που ξέρω, με μαγεύει ακόμη περισσότερο. Δεν σταματώ να το ακούω με συγκίνηση και να αναρωτιέμαι «Χίθκλιφ, πώς μπόρεσες να αφήσεις την Κάθι σου;»
Σημείωση: Αν δεν καταλάβατε, πρόκειται για την Κέιτ Μπους που τραγουδάει το Wuthering Heights (Ανεμοδαρμένα ύψη)
Οι στίχοι, εδώ.
Παρασκευή, Ιουνίου 27, 2014
Βολτάροντας στον καύσωνα
Πέμπτη βράδυ, ένα
συμπαθητικό, μικρό, πράσινο έντομο καθισμένο στον ιμάντα της τσάντας μου. Το απιθώνω με
προσοχή σε ένα φύλλο, σε ένα παρτέρι της Πανεπιστημίου.
Στην Αιόλου εντοπίζω ένα πωλητή της Σχεδίας. Αγοράζω το καλό περιοδικό ανταλλάσσοντας μερικές φιλικές κουβέντες. Με ρωτά πώς και βγήκα βόλτα μέσα στη ζέστη. «Έχει και τα καλά της η ζέστη, αποκαλύπτει ομορφιές,» του απαντώ περίπου με αυτά τα λόγια. Γελάμε και συνεχίζω την περιπλάνησή μου, στους γνώριμους, αλλά και διαφορετικούς κάθε φορά δρόμους.
Χαμογελώντας, στέλνω με το κινητό ένα μήνυμα στη νεαρή Αμαζόνα που βοηθάω να βελτιώσει την ορθογραφία της, «Τώρα, περπατώ νωχελικά στην Αιόλου, νωχελικά με ω». Ελπίζω να μη θυμώσει με το αστείο μου (δεν θύμωσε).
Στην Ερμού, μέσα από το θόρυβο διακρίνω τον ήχο ενός βιολιού, τις νότες κάποιας σονάτας. Ένας μουσικός παίζει σεμνά το βιολί του, χωρίς ενισχυτές και μεγάφωνα. Δεν είμαι ειδικός, αλλά νομίζω ότι παίζει εξαιρετικά. Οι γλυκές νότες καταλύουν την οχλοβοή. Ο ήχος με μαγεύει και με στέλνει ακόμη πιο ψηλά, πάνω και από τα σύννεφα όπου βρισκόμουν.
Γύρω μου θεές, νύμφες, νεράιδες.
Η ζέστη με λειώνει, με εξαϋλώνει, με απογειώνει, με σκοτώνει, με καυλώνει.
Στην Αιόλου εντοπίζω ένα πωλητή της Σχεδίας. Αγοράζω το καλό περιοδικό ανταλλάσσοντας μερικές φιλικές κουβέντες. Με ρωτά πώς και βγήκα βόλτα μέσα στη ζέστη. «Έχει και τα καλά της η ζέστη, αποκαλύπτει ομορφιές,» του απαντώ περίπου με αυτά τα λόγια. Γελάμε και συνεχίζω την περιπλάνησή μου, στους γνώριμους, αλλά και διαφορετικούς κάθε φορά δρόμους.
Χαμογελώντας, στέλνω με το κινητό ένα μήνυμα στη νεαρή Αμαζόνα που βοηθάω να βελτιώσει την ορθογραφία της, «Τώρα, περπατώ νωχελικά στην Αιόλου, νωχελικά με ω». Ελπίζω να μη θυμώσει με το αστείο μου (δεν θύμωσε).
Στην Ερμού, μέσα από το θόρυβο διακρίνω τον ήχο ενός βιολιού, τις νότες κάποιας σονάτας. Ένας μουσικός παίζει σεμνά το βιολί του, χωρίς ενισχυτές και μεγάφωνα. Δεν είμαι ειδικός, αλλά νομίζω ότι παίζει εξαιρετικά. Οι γλυκές νότες καταλύουν την οχλοβοή. Ο ήχος με μαγεύει και με στέλνει ακόμη πιο ψηλά, πάνω και από τα σύννεφα όπου βρισκόμουν.
Γύρω μου θεές, νύμφες, νεράιδες.
Η ζέστη με λειώνει, με εξαϋλώνει, με απογειώνει, με σκοτώνει, με καυλώνει.
Παρασκευή, Ιουνίου 20, 2014
Τρίτη, Ιουνίου 10, 2014
Δευτέρα, Ιουνίου 02, 2014
Δευτέρα, Μαΐου 26, 2014
Κυριακή, Μαΐου 11, 2014
Περί χρόνου
Οι άνθρωποι περνάμε και προσπερνάμε τη ζωή μας αναζητώντας λίγες, ξεχωριστές, μαγικές στιγμές. Θα ήταν καλύτερα αν ανακαλύπταμε τη μαγεία κάθε στιγμής.
Δεν υπάρχει στιγμή που είναι υποδεέστερη οποιασδήποτε άλλης στιγμής. Κάθε στιγμή περιέχει την αιωνιότητα, είναι η αιωνιότητα και περιέχει όλη την ιστορία του σύμπαντος, από την αρχή μέχρι το τέλος του.
Είναι αστείο όταν οι άνθρωποι μιλάμε για αθανασία και αιωνιότητα, ενώ δεν μπορούμε να βιώσουμε ούτε αυτό το εδωτώρα από το οποίο αποτελείται η αιωνιότητα. Η στιγμή είναι η αιωνιότητα.
Άγιος είναι αυτός που μπορεί να βιώνει τη στιγμή, όποια γεύση και αν έχει, και να δέχεται τα δώρα της, διότι κάθε στιγμή, ό,τι και αν συμβαίνει σε αυτήν, φέρνει τα δικά της δώρα, για αυτόν που είναι έτοιμος να τα δεχθεί.
Διαβάστε το «Σφαγείο Νο 5» του Κουρτ Βόνεγκουτ. Πραγματεύεται εξαιρετικά το θέμα του χρόνου και με εξαιρετικό χιούμορ. Θα αναφέρω μόνο ότι περιλαμβάνει κάποιους εξωγήινους που έχουν την ικανότητα να αντιλαμβάνονται το σύνολο του χρόνου εδώ και τώρα. Μπορούν, για παράδειγμα, να δουν το παρελθόν και το μέλλον όπως εμείς στρέφουμε το βλέμμα μας σε διαφορετικά σημεία του χώρου. Ο ήρωας, έχοντας περάσει χρόνια στον πλανήτη των εξωγήινων - ως έκθεμα ζωολογικού κήπου - χωρίς κανένας στη Γη να το πάρει χαμπάρι, αφού τα χρόνια που πέρασε εκεί αντιστοιχούν σε ένα ανοιγοκλείσιμο του ματιού σε γήινο χρόνο, βιώνει τη ζωή του ανάκατα. Τη μια στιγμή βρίσκεται στον βομβαρδισμό της Δρέσδης, τον οποίο έζησε ο συγγραφέας ως αιχμάλωτος πολέμου, και την άλλη στο σπίτι του χρόνια μετά και το αντίστροφο. Όταν τον απάγουν οι εξωγήινοι ρωτάει με απελπισία «Γιατί εμένα;» για να λάβει ως απάντηση την ερώτηση «Γιατί εμείς;»
Γεια σας, γιατί άργησα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)











