Σάββατο, Φεβρουαρίου 25, 2006

Καταιγίδα


Η θύελλα μαινόταν γύρω του και, το χειρότερο, ήταν στη λάθος πλευρά του κιγκλιδώματος. Κρατούσε τα κάγκελα σφίγγοντας τα χέρια του με όση δύναμη είχε, ενώ η λαίλαπα φυσούσε ουρλιάζοντας σαν πληγωμένο θηρίο ακριβώς από πίσω του, απειλώντας να τον παρασύρει σαν μια νάιλον σακούλα. Ήταν πάνω σε μια πανύψηλη προκυμαία και κάτω, χαμηλά, άφριζε μια σκοτεινή, απειλητική θάλασσα, και έμοιαζε σαν να ετοιμαζόταν να αναδυθεί από αυτήν ο αρχαίος, ιχθυόμορφος θεός Ντάγκον. Ήταν κύμα αυτό ή η ράχη κάποιου πλάσματος της αβύσσου; Τα γκρι - μαύρα σύννεφα έτρεχαν σαν εκδιωγμένα δαιμόνια. Ο ορίζοντας μακριά φωτιζόταν από μια αμυδρή λάμψη που του έδινε μια απόκοσμη γκρι-ασημί απόχρωση και ο τρόμος έσφιγγε την καρδιά του. Σιγά, σιγά ένοιωθε τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν, σε λίγο θα γινόταν έρμαιο του ανέμου. Ο τρόμος του κορυφωνόταν, όταν από κάπου ακούστηκε ένας τραχύς, άγριος ήχος.

Άνοιξε τα μάτια του και άπλωσε τα χέρια του ψάχνοντας απεγνωσμένα το κουμπί για να σταματήσει το ηλεκτρικό ξυπνητήρι. Άναψε το φως και ανακάθισε στο κρεβάτι τρίβοντας το πρόσωπό του και με τα δύο χέρια του. Ακουμπισμένα στην καρέκλα ήταν τα ρούχα του γραφείου που είχε ετοιμάσει αποβραδίς και δίπλα η μαύρη Samsonite τσάντα του. Επιστράτευσε όλα τα αποθέματα θέλησης που διέθετε για να εγκαταλείψει τα ζεστά σκεπάσματα, δεν έπρεπε να αργήσει στη δουλειά. Αναλογίστηκε τη μέρα που τον περίμενε, τους συναδέλφους του, τους προϊσταμένους και τους υφισταμένους του, τους πελάτες και τους προμηθευτές, τα καθήκοντά του, τις ευθύνες του, τη διαδρομή με το αυτοκίνητό του στην κίνηση, το γυάλινο και μεταλλικό άχαρο κτίριο όπου εργαζόταν. Η φρίκη της καθημερινότητας που τον περίμενε ανέτελλε σταδιακά. Κούνησε το κεφάλι του μελαγχολικά. Αν είχε βρει το θάρρος να αφήσει εκείνα τα κάγκελα από μόνος του, πριν να κτυπήσει το ξυπνητήρι, μήπως ήταν τώρα κάπου καλύτερα;

Such the day as they, and we, have made,
I long for night and for darkness pray.

6 σχόλια:

the resident είπε...

Aρκετές φορές έχω νιώσει ότι πρέπει να αφεθώ σαν φύλο στον ανεμο.O φόβος του αγνώστου με σταματαει.Παρολο που στην πραγματικότητα έχω αρκετά από όσα θα ήθελε κάποιος συχνά σκέφτομαι να εγκαταλείψω τα παντα.Να φύγω να αλλάξω τόπο και τρόπο ζωης.Ομως δύσκολο να γίνει εκτός και αν δεν πάει άλλο.Ο έρωτας και η αγάπη μου δίνει νόημα στη ζωή.
like the leaf clings to the tree
oh,my darling,cling to me
for were like creatures in the wind
and wild is the wind,
wild is the wimd

Dormammu είπε...

Μου άρεσε η αναφορά στον αρχαίο, ιχθυόμορφο θεό Ντάγκον......

raffinata είπε...

μιά μέρα μ' έσπρωξε τόσο δυνατά η θύελλα των συναισθημάτων, τα άφησα τα κάγκελα και βούτηξα στα νερά ... δεν κατάφερα να πνιγώ γιατί δεν αφέθηκα, κολύμπησα ασθενικά , και το μανιασμένο κύμα με λυπήθηκε και με ξέβρασε αποκαμωμένη αλλά ζωντανή σε μιά άλλη ακτή...

Ρεγγίνα Μπούκουρα είπε...

To'χω κάνει δυο φορές και τις δυο μου βγηκε σε καλό αλλά μετα πολλών κόπων και βασάνων.Η λεπτομέρεια πάντως στη ζωγραφιά σου δείχνει πως δε θα αφηνόταν ούτως ή άλλως..
Ποια λεπτομέρεια;
Τα ελεφαντάκια εννοώ.

περαστικός είπε...

Υποθέτω ότι αυτό είναι ένα ανοικτό σε ερμηνείες post που γεννά διαφορετικές σκέψεις και συνειρμούς στον καθένα. Είναι ενδιαφέροντα όλα τα σχόλιά σας.

dormammu, νομίζω ότι διακρίνω ενδιαφέρον για την παγκόσμια μυθολογία... ή για τον μεγάλο Lovecraft του οποίου τα άπαντα έχω διαβάσει. the resident, νομίζω ο έρωτας και η αγάπη πράγματι μας απελευθερώνουν και μας δένουν ταυτόχρονα, η φυγή είναι σε κάποια γωνία στο μυαλό όλων ή σχεδόν όλων μας. raffinata, ωραία η ερμηνεία σου, η άλλη ακτή και το μεγάλο ερώτημα, πώς να είναι άραγε; regina, πράγματι, πολλές φορές το καλύτερο είναι να αφήνεις τα κάγκελα, κάποιες φορές είναι και η μόνη επιλογή. Για κάποιο λόγο ήθελα να σκιτσάρω αυτά τα ροζ ελεφαντάκια, χικ, πάω να βάλω ένα ουισκάκι.

Ανώνυμος είπε...

KAΛΟ!!!!!!!!!!!!