Σάββατο, Αυγούστου 16, 2008

Δεκαπενταύγουστος

Είχα καιρό να πάω στο εξοχικό των γονιών μου. Οι αναμνήσεις κατά ριπάς. Τα φαντάσματα περασμένων καλοκαιριών, δεκαετία του 80, τα πρώτα χρόνια της εφηβείας, ο φίλος μου ο Σ, βόλτες διπλοκάβαλα στο παπί του, δυο κοκόρια στην Αυλίδα και στο Δήλεσι, στο εξοχικό του τεύχη του Play Βoy, της Βαβέλ, μελέτη αυγουστιάτικα μεσημέρια με καρπούζι, τα βράδια στα ουφάδικα, μπλιμπλίκια και οφθαλμόλουτρα, κορίτσια με μαλλί αφάνα, Σαμάνθα Φοξ, πυρηνικές κεφαλές, Τσερνομπίλ, Μαντόνα, Ψυχρός Πόλεμος, Ντουράν - Ντουράν, ανασφάλεια μα και μια θάλασσα ελπίδας, ο κόσμος μια υπόσχεση, η πεποίθηση της νεότητας ότι είμαστε οι πρωταγωνιστές ενός έργου με χάπι εντ, υπολογιστές με περίεργα ονόματα, Spectrum, Oric Atmos, Commodore, Atari, o Sir Clive Sinclair, ο Alan Sugar, το περιοδικό Pixel και τυπωμένα προγράμματα για παιχνίδια σε Basic, ο πρώτος μου υπολογιστής που ένα καλοκαίρι τον πήρα στο εξοχικό, Amstrad 6128, έγραψα και ένα προγραμματάκι, το ψάξιμο για το λάθος, τελικά δούλεψε, το μικροσκόπιο και τα βιβλία μου των αρχαίων σοφών που όποτε ερχόταν κοπέλα του γούστου μου, τα αράδιαζα και νόμιζα, ο αφελής, ότι με αυτά θα την εντυπωσίαζα, τα συναρμολογούμενα αεροπλανάκια και τανκ, οι ωραίες της παραλίας που είδα έκπληκτος μια μέρα να εισβάλλουν στην αυλή του εξοχικού σαν χάριτες, θέλαν λέει να δουν κάτι στην τηλεόραση, τις κοιτούσα με την άκρη του ματιού και όταν η μια άνοιξε λίγο τα πόδια, από το μπατζάκι του μικρού σορτ, αντίκρισα εκείνο τον υπέροχο καστανόξανθο θάμνο, και πιο παλιά, εκείνη η αυγουστιάτικη μέρα που πρώτη φορά ένιωσα στη φλόγα του μεσημεριού το αίμα μου να γίνεται πηχτό σαν μέλι, τη συναυλία των τζιτζικιών να ηχεί εκκωφαντική και να χάνω τη συνείδησή μου και που νόμιζα ότι θα πεθάνω, μα ήταν κάτι άλλο, σταγόνες νερού σε κοριτσίστικα κορμιά και εγώ να ξανοίγομαι στα βαθιά αναστατωμένος, να ξεσπάω κολυμπώντας μανιασμένα, και το That’s Incredible, και οι Dukes του Hazard και οι φίλες της αδελφής μου και η έναστρη νύχτα, και ο Ισαάκ Ασίμωφ και Εγώ, το Ρομπότ, τα θερισμένα σπαρτά που τα φανταζόμουνα λιβάδια κίρτης σε μακρινό πλανήτη, τα βράδια με γέλια και κουνούπια και τάβλι με τον πατέρα, ο θόρυβος του μοτέρ που πότιζε από το πηγάδι, οι γάτες που μαζεύονταν να φάνε και ζούσαν τα δικά τους δράματα, τα μικρά τους, ο έναστρος ουρανός και η σελήνη, η πανσέληνος, η Θεά, Εκείνη, και οι Περσείδες, το θαύμα, με το περιοδικό Astronomy στο χέρι να ξεδιαλέγω τα άστρα και τους πλανήτες, ο Δράκος, η Άρκτος, η Κορώνα, ο Πολικός, ο Κρόνος, ο Άρης, η Αφροδίτη, όνειρα για ένα καλό τηλεσκόπιο, να διαβάζω προδιαγραφές και να χάνομαι σε νεφελώματα, να κάθομαι στη βεράντα στυλώνοντας το βλέμμα στον έναστρο ουρανό ενώ από κάπου μακριά ακουγόταν ο αχός ενός πανηγυριού και εγώ να σκέφτομαι ότι, να, σε λίγο θα εκτοξευθώ στο άπειρο, μα είμαι ακόμη εδώ, τόσα χρόνια αργότερα, με λιγότερο φόβο και ανασφάλεια μα με ακόμη λιγότερη ελπίδα, σε ένα κόσμο πιο γκρίζο, με χρώματα μουντά, φτωχή ανάμνηση εκείνων των εφηβικών μου χρόνων.

Γυρίζω αργά το απόγευμα, με το τρένο, είμαι λίγο μελαγχολικός, κάθομαι στη θέση μου. Συνήθως, όποτε ταξιδεύω με το τρένο, οι συνεπιβάτες μου είναι κάτι άθλιες υπάρξεις, κακομούτσουνοι, αγενείς. Θυμάμαι πάντα, σε αυτές τις περιπτώσεις, την εισαγωγική σκηνή από τον «Νεκρό» του Τζάρμους. Παράξενο, αυτή τη φορά κάθεται απέναντί μου μια ωραία κοπέλα, μαλλί καστανοκόκκινο, γαλάζια μάτια, λιτό, λευκό πουκάμισο που φουσκώνει στο στήθος, σαν να κρύβει δυο φρέσκα, ζεστά ψωμιά. Λίγο αργότερα, δίπλα της, μια ακόμη ομορφότερη, μελαχρινή, με ίσιο, μακρύ μαλλί, μαύρα μάτια και λευκό δέρμα, μαύρα ρούχα σε λυγερό κορμί. Στον ουρανό, Εκείνη έχει ανατείλει, σχεδόν ολόγιομη, πανσέληνος παρά μία ημέρα. Η καστανοκόκκινη μιλάει ασταμάτητα στο κινητό. Εγώ κοιτάζω το τοπίο που περνάει, αλλάζω εστίαση, πότε στη σχεδόν ακίνητη εικόνα μακριά, πότε στο πανηγύρι των χρωματιστών γραμμών που ρέουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα κοντά, ρεμβάζω, το ίδιο και η μελαχρινή. Σε ένα σταθμό μπαίνουν ξένοι εργάτες, θορυβούν, βάζουν τραγούδια με ήχους οξείς και ενοχλητικούς. Περνάει ο ελεγκτής, τον καλώ, «Μήπως θα μπορούσατε να κάνετε κάτι για αυτό;», «Μην ανησυχείτε, στημένη τους την έχω», τους παρατηρεί, το τραγούδι σταματά, ανακούφιση. Η μελαχρινή χαμογελά και χαμηλώνει το βλέμμα. Συνεχίζω να κοιτάζω έξω από το τζάμι, το ίδιο και εκείνη. Κάποιες φορές, τα βλέμματά μας συναντιόνται στο τζάμι και τότε τρέχουν να κρυφτούν φοβισμένα σε μακρινές γωνίες, το παιχνίδι των βλεμμάτων που καθρεφτίζονται στο τζάμι. Κοιτάζω ψηλά, πάνω στα βράχια, κόντρα στον γαλανό ουρανό, περιμένω να δω μια όρθια μορφή που φορά γαλάζιο χιτώνα που ανεμίζει στον αέρα. Κάποιος γνωστός-άγνωστος με κοιτάζει μερικές φορές μέσα από το τζάμι. Εκείνη σηκώνεται όλο και ψηλότερα, όσο το φωτεινό άρμα κατεβαίνει χαμηλότερα, και ο ουρανός από γαλανός παίρνει μια χρυσαφιά απόχρωση, μα και Εκείνη γίνεται όλο και πιο ζεστή. Το σούρουπο πέφτει. Εκεί, πάνω σε ένα λόφο, είμαι βέβαιος, ο Μέγας Παν, καλυμμένος με προβιά, Της έχει στήσει παγίδα, περιμένει να αρχίσει το παιχνίδι Της, θα τον περάσει για αθώο προβατάκι, θα κατέβει στο λόφο και θα πάει να πηδήξει από πάνω Του και τότε... Πόσο όμορφη είναι η μελαχρινή, πόσο ωραίο το λευκό δέρμα της, το άνοιγμα της μαύρης μπλούζας της στο στήθος, τα υγρά χείλη, τα ροδισμένα από τη ζέστη μάγουλα, και πάντα Εκείνη στον ουρανό, να σκορπίζει τη μαγεία Της και πάντα αυτός ο γνωστός-άγνωστος στο τζάμι και το παιχνίδι των βλεμμάτων. Μερικές φορές, βλέπω το βλέμμα της πάνω μου, μα το αίμα δεν γίνεται πια πηχτό και δεν ρέει σαν μέλι, όπως τότε, τόσα χρόνια πριν. Φτάνουμε στον Σταθμό Λαρίσης, κάνω να φύγω, η μελαχρινή μου πιάνει σφιχτά το χέρι και με κοιτάζει στα μάτια, μένω έκπληκτος, «Εμείς θα συνεχίσουμε», μου λέει με σιγανή, μα σίγουρη φωνή, πάω να πω ότι αυτό είναι το τέρμα, αλλά η φράση κόβεται, προσέχω ότι στο λαιμό της κρέμεται το Ανκχ και είναι όμορφη σαν τον Θάνατο, στη θέση μου κάθεται ήδη κάποιος άλλος, έχει σφαλιστά τα μάτια και τα ρούχα του μοιάζουν με τα δικά μου. Συνέρχομαι από την ονειροπόληση, είμαι στο οικείο περιβάλλον της ντροπαλής τσιμεντούπολης, ντροπαλή, αφού περιμένει να μείνει με λίγους για να δείξει την πιο ελκυστική πλευρά της.
.
Φεύγοντας από το σταθμό, κουβαλώντας μια πλαστική τσάντα που περιέχει μερικά ταπεράκια, ακούγεται το τελευταίο τζιτζίκι της ημέρας, ίσως να είναι ο ίδιος ο Τιθωνός που θρηνεί για τη μισητή αθανασία του, και είμαι ακόμη εδώ.
.

Τετάρτη, Αυγούστου 13, 2008

Γατοκοινωνικό μήνυμα



Η περιπέτεια με τα γατάκια με έφερε σε οδυνηρή επαφή με το πρόβλημα της μη στείρωσης των οικόσιτων ζώων από ορισμένους ασυνείδητους και των αδέσποτων που οφείλονται σε αυτή τη αντίληψη. Ασυνείδητους που ενδεχομένως αν τους μιλήσεις για στείρωση θα σου κάνουν κήρυγμα για τα δικαιώματα στο σεξ των ζώων τους και τον ανδρισμό του σκύλου ή του γάτους τους (που, βεβαίως - βεβαίως, αποτελεί προέκταση του δικού τους ανδρισμού), αλλά παράλληλα, προφανώς, δεν αναγνωρίζουν κανένα δικαίωμα στη μητρική φροντίδα ή σε μια ζωή χωρίς υπερβολικό πόνο και χωρίς ένα σύντομο και επώδυνο τέλος για τα μικρά που θα γεννηθούν από αυτό το σεξ.

Η υποκρισία αλλά και η ασυναρτησία ορισμένων ανθρώπων είναι ανυπέρβλητη (θυμηθείτε όσα έχουμε πει περί βλακείας κατά το παρελθόν) και μου είναι αδύνατον να φανταστώ πώς είναι δυνατόν κάποιος να θεωρεί εαυτόν «φιλόζωο», να χαϊδεύει τη γάτα ή τον σκύλο του και μετά να παίρνει τα γατάκια ή τα σκυλάκια και να τα πετάει στο δρόμο, όπου, στη συντριπτική πλειονότητά τους, θα βρουν ένα επώδυνο τέλος ή θα ζήσουν μια άθλια και σύντομη ζωή, ή να τα εγκαταλείπει κρυφά σαν κλέφτης στην πόρτα ή στην αυλή κάποιου ανύποπτου, πού στο κάτω - κάτω της γραφής έχει κάθε δικαίωμα να μην επιθυμεί να ασχοληθεί με την ανατροφή κάποιου ζώου και να υποστεί, αν είναι φιλόζωος, αυτό τον ηθικό εκβιασμό.

Την ημέρα που ασχολήθηκα με τα γατάκια άκουσα φοβερές ιστορίες από γείτονες. Μου είπαν, για παράδειγμα, ότι καθώς ο δρόμος μας είναι πεζόδρομος, πολύ συχνά εγκαταλείπονται σε αυτόν ζώα ενώ ο δυστυχής που συμβαίνει να μένει στη μονοκατοικία, δίπλα, βρίσκει αυτή την περίοδο όχι λίγα γατάκια που κάποιοι «φιλόζωοι» (φιλόζωους αυτού του τύπου τους θεωρώ μάστιγα για τα ζώα) συνηθίζουν να εγκαταλείπουν στην αυλή του. Δεν ξέρω τι τα κάνει, δεν τόλμησα να ρωτήσω.

Σε κάθε περίπτωση, η στείρωση είναι ένα αναγκαίο μέτρο για τα ζώα, τα οικόσιτα και τα αδέσποτα που ζουν σε ένα αστικό περιβάλλον όπως αυτό της Αθήνας, ευχής έργο θα ήταν να πάψουν κάποια στιγμή να υπάρχουν αδέσποτα που σέρνονται στα τσιμέντα και στην άσφαλτο, μέχρι να τα πατήσει κάποιο αυτοκίνητο ή να υποκύψουν στις κακουχίες ή σε κάποια ασθένεια. Δεν ξέρω ποιος μπορεί να αντέξει στο θέαμα ενός νεογέννητου γατακίου που σέρνεται ανήμπορο ανάμεσα στα σκουπίδια της τσιμεντοκόλασης. Μια αδέσποτη γάτα δυσκολεύεται έτσι και αλλιώς στο περιβάλλον της πόλης, οι απανωτές γέννες της εξαντλούν και συντομεύουν δραματικά την έτσι και αλλιώς σύντομη ζωή της. Αυτό πρέπει να σταματήσει. Οι Δήμοι, είναι υποχρεωμένοι από το νόμο να μεριμνούν για τη στείρωση και περίθαλψη των αδέσποτων ζώων, αλλά αν και κάποιοι από αυτούς ανταποκρίνονται ικανοποιητικά σε ό,τι αφορά τους αδέσποτους σκύλους, δυστυχώς, οι γάτες, επειδή ίσως έχουν πιο διακριτική παρουσία και δεν θεωρούνται απειλή, παραμελούνται εντελώς.

Διαπίστωσα ότι το Stray.gr, ένα φιλοζωικό σωματείο που θεωρώ αξιόπιστο, έχει ξεκινήσει μια εκστρατεία για τη στείρωση των γατιών (αλλά και για την υιοθεσία για όσους ενδιαφέρονται) αναπληρώνοντας αυτό το κενό. Προτρέπει όσους επιθυμούν να φροντίζουν οι ίδιοι για τη στείρωση των γατιών στη γειτονιά τους ή να ενισχύσουν το σωματείο οικονομικά για αυτό το σκοπό. Όποιος ενδιαφέρεται, ας επιλέξει το σύνδεσμο στην αρχή ή στο τέλος για να βρει όλες τις πληροφορίες. Προτείνω μάλιστα σε όποιον φίλο ιστολόγο θέλει να μεταβιβάσει και να προβάλει την πρωτοβουλία στο δικό του/της ιστολόγιο.
.
.

Τρίτη, Αυγούστου 12, 2008

...εις την υπηρεσίαν της Ρώμης + Γατόραμα

Νέος, φέρελπις, από οικογένεια αριστοκρατική του βασιλείου,
Φιλοξενήθη, ως ήθισται, εις Ρώμην, φίλος γενόμενος με γόνους πατρικίων,
Και αφού τους τρόπους τους Ρωμαϊκούς και τα συμφέροντα ενστερνίσθη,
Με τιμές πολλές και διακρίσεις και παπύρους,
Και με συμβούλους, υπό του Αυτοκράτωρος του ιδίου διορισθέντες,
Το μακρινό βασίλειο να κυβερνήσει επέμφθη,
Ηγεμών, εις την υπηρεσίαν της Ρώμης.
.
Δημιουργούμε τους ηγέτας του αύριο.
(Και είναι και κω**σειρά, γενιά του ’67 - Εγώ ούτε μια σατραπεία;)
.
...receiving a fellowship from the United States State Department (via the Edmund S. Muskie/FREEDOM Support Act (FSA) Graduate Fellowship Program).
He received an LLM
from Columbia Law School in 1994 and Doctor of Laws degree from the GeorgeWashingon UniversityLaw School the following year. In 1995, he also received a diploma from the International Institute of Human Rights in Strasbourg, France. After graduation, while working in the New York law firm of Patterson Belknap Webb & Tyler in early 1995, Saakashvili was approached by Zurab Zhvania, an old friend from Georgia who was working on behalf of President Eduard Shevardnadze
to recruit talented young Georgians to enter politics. He stood in the December 1995 elections... (εδώ και αλλού και επισήμως, παραλείποντας λεξούλες όπως State Department, καθώς οι κακόπιστοι συνειρμούς διαφόρους κάνουν.)
.
Established by the US Congress in 1992 to encourage economic and democratic growth in Eurasia, the Edmund S. Muskie Graduate Fellowship Program is a program of the Bureau of Educational and Cultural Affairs of the US Department of State, and administered by IREX. The program provides opportunities for graduate students and professionals from Armenia, Azerbaijan, Belarus, Georgia, Kazakhstan, Kyrgyzstan, Moldova, Russia, Tajikistan, Turkmenistan, Ukraine and Uzbekistan for one-year non-degree, one-year degree or two-year degree study in the United States. (εδώ, επίσημος ιστότοπος)
.
Νομίζω ότι μετά τον «μπανανοδικτάτορα», που δεν πουλάει πια, πέραση έχει ο συνήθως αμερικανοσπουδαγμένος, τεχνοκράτης και «εγώ θα σας σώσω που είμαι νέος, ωραίος και αεράτος», εθνικόφρων και πολεμοχαρής γιάπις. Είναι τα ομορφόπαιδα που τα ψηφίζουν και οι γιαγιάδες. Υπάρχουν τέτοια παραδείγματα και στη γειτονιά μας, ονόματα να μη λέμε.
.
Κουίζ: εμείς πόσους «εις την υπηρεσίαν της Ρώμης» έχουμε;
.
Γατόραμα
(Για όσους έχουν παρακολουθήσει παλαιότερα επεισόδια - Οι φωτογραφίες από τους ανθρώπους που τα φροντίζουν)


Ποιο πρόσφατες...




Και ένα γκρέμλιν...

Σάββατο, Αυγούστου 09, 2008

Ολυμπιακά, συνοπτικά

Τα πυροτεχνήματα, προσφορά Νότιας Οσετίας.
.
Υ.Γ. Οι προηγούμενες αναρτήσεις μου ήταν κάπως μακροσκελείς, σκέφτηκα να είμαι πιο σύντομος αυτή τη φορά.

Πέμπτη, Αυγούστου 07, 2008

La mala educación

Διαβάζω για άλλη μια θεόπνευστη και σωτήρια μεταρρύθμιση που θα σώσει την παιδεία μας, εδώ, και το μόνο που μπορώ να σκεφθώ είναι πόσο ανούσια είναι όλα αυτά, πόσο άσχετα με αυτό που πραγματικά σημαίνει η λέξη παιδεία. Θα έλεγε κάποιος ότι τόσα χρόνια στο Δημοτικό, στο Γυμνάσιο, στο Λύκειο έχουν ως μοναδικό σκοπό να περάσει το παιδί στο πανεπιστήμιο για να πάρει ένα «κωλόχαρτο» και μερικά παραπάνω μόρια για το διορισμό. Πόσοι θυμούνται ότι βασική αποστολή της παιδείας, κύρια της πρωτοβάθμιας, όπου κατασκευάζονται οι νομείς, και μετά της δευτεροβάθμιας, όπου ολοκληρώνεται το σκάφος, είναι να παίρνει σάρκα και να πλάθει ανθρώπους, καλά σκαριά, έτοιμα να αντιμετωπίσουν την καταιγίδα του κόσμου; Όλα τα άλλα είναι υπερκατασκευή, αν γίνει το λάθος νωρίς, όλα τα μετά είναι μάταια.

Αντί για αυτό, όλο το σύστημα λειτουργεί σαν μια ανεστραμμένη πυραμίδα. Ελάχιστη σημασία δίδεται στο Δημοτικό και τους δασκάλους που πλάθουν χαρακτήρες, κάπως μεγαλύτερη στο Γυμνάσιο, καθώς το Λύκειο φαίνεται στο ορίζοντα, πανικός στο Λύκειο, για να μπει κάπου το παιδί... για να γίνει δικηγόρος, μηχανικός, μαθηματικός, οικονομολόγος, φιλόλογος, «δάσκαλος» (τα εισαγωγικά επίτηδες), ο,τιδήποτε, εκτός από άνθρωπος. Έχω την εντύπωση ότι η παιδεία, όπως έχει σήμερα, περισσότερο διαστρέφει και σπάει, παρά ανορθώνει και ενδυναμώνει. Ίσως να παράγει υπαλλήλους, τσιράκια, επαναστάτες της πεντάρας, εξουσιαστές και συμπλεγματικούς, αλλά δεν οικοδομεί χαρακτήρες, χαρακτήρες μοναδικούς, άξιους τον καθένα με τον δικό του, ιδιαίτερο τρόπο, ελεύθερους ανθρώπους που ακολουθούν τις κλίσεις τους. Στο Δημοτικό, ο τρυφερός βλαστός παραδίδεται σε μίζερους, περιφρονημένους δασκάλους με αποστολή να κρατούν τα παιδιά όσο οι γονείς είναι στη δουλειά και να τους μαθαίνουν το άγχος, το φόβο, την απέχθεια για το βιβλίο και τη γνώση, την κουτοπονηριά, την υποκρισία και το σκύψιμο του κεφαλιού μπροστά στην εξουσία.


Hey, teacher, leave those kids alone!*

Δεν λέω ότι τα παραπάνω είναι νομοτελειακά και έχουν καθολική ισχύ, αλλά δεν θα έπρεπε να δούμε κάποια στιγμή την παιδεία με γνώμονα την εξορισμού αποστολή της και όχι με βάση το γεγονός ότι η κυρά τάδε θέλει να κοκορεύεται ότι ο γιόκας της μπήκε στο πανεπιστήμιο και ο κυρ δείνα θέλει ο γιος του να πάρει το γραφείο, αλλιώς θα πάρει ο διάολος την κυβέρνηση; Αν υπέστην ένα πολιτισμικό κλονισμό στην Αγγλία ήταν το πόσο λιγότερο, για να μην πω ελάχιστα, ενδιαφέρονταν οι άνθρωποι για την πανεπιστημιακή εκπαίδευση, τουλάχιστον από μόνη της, ξεκομμένη από άλλα επιτεύγματα στη ζωή. Το ακριβώς αντίθετο της λατρείας «του κωλόχαρτου». Εντάξει το πτυχίο, αλλά τι έχεις κάνει; Τι πάστας άνθρωπος είσαι; Έχεις ταξιδέψει; Έχεις εργαστεί; Έχεις προσφέρει; Έχεις χαρακτήρα; Θα ανατραπείς με το πρώτο κύμα που θα σε βρει στα ανοιχτά; Αυτά αναζητούνται πρώτα όταν σε ζυγίζουν, στην επαγγελματική και κοινωνική ζωή, το χαρτί είναι το κερασάκι στην τούρτα. Είσαι ένας μπούλης που πήρε ένα χαρτί; Θα πρέπει να το συμπληρώνεις με πολλούς τόνους ταλέντου και ευφυΐας για να «αξίζεις το αλάτι σου».

Δεν είμαι ειδικός για να πω ακριβώς τι πρέπει να γίνει, ονειροπολήματα έχω μόνο να προσφέρω, άι χαβ ε ντριμ, που λένε. Πρώτο μέλημα της παιδείας, να γνωρίζει στους βλαστούς του ανθρώπου τη φύση τους και τη φύση, το «κατά φύσιν ζην». Το σχολείο δεν πρέπει να είναι μακριά από τη φύση, η φύση είναι το σχολείο. Βλέπεις αυτές τις τσιμεντένιες φυλακές και σκέφτεσαι τι ψυχές βγαίνουν από εκεί. Το παιδί πρέπει από τα πρώτα χρόνια να μαθαίνει τη φύση και να τη σέβεται, όπως και τα πλάσματά της, όχι να τα αποστρέφεται σαν «βρωμιές» ούτε να τα θεωρεί παιχνίδια. Δεν υπάρχει η φύση και εμείς, υπάρχει η φύση. Ακόμη, πρέπει να μαθαίνει βασικές αρχές της αυτάρκειας και της επιβίωσης, του ζην του ατόμου, της κοινωνίας, της ανθρωπότητας. Μετά από αυτό, το πρώτο, θεμελιώδες βήμα ακολουθεί αβίαστα το δεύτερο, το «εναρέτως ζην», το «ευ ζην». Παράλληλα, το ατομικό ταλέντο, η κλίση, πρέπει να ενθαρρύνονται και να καλλιεργούνται - Δεν θα μάθω ποτέ αν θα μπορούσα να κάνω κάτι περισσότερο στη ζωγραφική ή στο σκίτσο, έχασα περίπου εικοσιπέντε χρόνια που δεν ασχολήθηκα καθόλου, είχα ένα ταλέντο, λέγανε, μικρός, το νάρκωσε το σχολείο και έσβησε κάθε ενδιαφέρον για αυτό μέσα μου, έπρεπε να γίνω κάτι «σοβαρό». Πριν από μερικά χρόνια το ξαναεπισκέφτηκα. Αν θέλουμε να βρούμε έναν μπούσουλα, ας αφουγκραστούμε τους μύθους, κάτι ήξερε ο δάσκαλος των ηρώων, ο Χείρωνας που δίδασκε τη φύση, την αρετή και μετά τις τέχνες. Έκανε τον Ασκληπιό γιατρό και τον Αχιλλέα πολεμιστή.

Δεν χρειαζόμαστε «παιδεία» που να παράγει αμόρφωτους και ανερμάτιστους γιάπηδες ή κοινωνικούς αγωνιστές της θεσούλας και της τρίχας, ούτε «αποτυχόντες», ανθρώπους δηλαδή που μπορεί να είχαν χίλια ταλέντα και δυνατότητες που δεν ενδιέφεραν τον εξεταστή ούτε προσπάθησε να καλλιεργήσει κανένας.


All in all it’s just another brick in the wall!*

Χρειαζόμαστε παιδεία που να παράγει ενάρετους ανθρώπους, ανθρώπους που μπορούν να ζήσουν σε αρμονία με τον κόσμο και τους άλλους ανθρώπους, τα υπόλοιπα είναι εύκολα. Δεν είναι το βασικό θέμα της παιδείας οι βάσεις ή η εισαγωγή στα πανεπιστήμια, αλλά πάλι, τι ξέρω εγώ...

Αφιερώνεται στους ελάχιστους πραγματικούς δασκάλους που γνώρισα.

*Pink Floyd, The Wall.

Δευτέρα, Αυγούστου 04, 2008

Η κτηματογράφηση της ταλαιπωρίας - Η εμπειρία

- Κύριε, ωραία, σας κλέβουμε, σας χρεώνουμε, σας ταλαιπωρούμε. Δεν καταλαβαίνω γιατί εξάπτεστε! Πρώτη φορά συναλλάσσεσθε με το Δημόσιο*;

Είχα σήμερα τη φαεινή ιδέα να πάω επιτέλους να υποβάλω τα χαρτιά για τη κτηματογράφηση της πτωχικής μου κατοικίας. «Αύγουστος είναι», σκέφτηκα, «πόση κίνηση να έχει;» (Σαρκαστικά γέλια από το βάθος.) Επέλεξα να πάω στο γραφείο της Πλατείας Συντάγματος για να συνδυάσω την υπόθεση με μια ευχάριστη βόλτα στο κέντρο, προσπαθώντας να ξεχάσω ότι θα πλήρωνα για τα «φαγωμένα» επί ΠΑΣΟΚ (θείου βρέφους) χρήματα που έδινε η ΕΕ, τα οποία χρεώνονται επί ΝΔ σε εμάς, τους υπόδουλους, που πάντα πληρώνουμε το λογαριασμό, αντί να στήσουμε καμιά γκιλοτίνα σε κάποια πλατεία.

Το πράγμα δεν πήγε καλά από την τράπεζα όπου πήγα να πληρώσω το τέλος. «Τι καλά», σκέφθηκα «μόνος ένας στην ουρά!» (Περισσότερα σαρκαστικά γέλια από το βάθος.) Ήταν ένας και φαρμακερός, δεν έλεγε να τελειώσει. Παρατηρούσα τον τύπο όση ώρα έκανε τη συναλλαγή του, φορούσε ένα σκούρο κοστούμι με λεπτή ρίγα, από αυτά που συνηθίζονται σε χρηματιστηριακές και άλλες χάι και τρέντι εταιρείες πέριξ της πλατείας Συντάγματος. Νέος, ζελέ στο μαλλί, κινητό κομψό, έξτρα σλιμ, αλλά το παπούτσι ήταν αποκαλυπτικό, σχετικά φτηνό, όχι καλογυαλισμένο και κακοπαθημένο. Αποκαλυπτικές ήταν και οι κινήσεις του, σχετικά νευρικές, με τα χέρια του να παίζουν όλη την ώρα με κάτι χαρτιά. Θα μπορούσα να ριψοκινδυνεύσω μια εκτίμηση λέγοντας ότι επρόκειτο για κάποιο φέρελπι νέο που ολοκλήρωσε πρόσφατα τις σπουδές του (ενδεχομένως κάποιο μαστεράκι;) και με τη μεσολάβηση του θείου βολεύτηκε σε κάποια καλή εταιρεία. Όταν δεν βρίσκεται υπό την πίεση της εργασίας, θα νομίζει ότι κρατά τον Θεό από... τους αδένες και οι κυρίες με κόρες στην παραλία θα λένε «τι καλό παιδί» και θα τον φαντάζονται γαμπρό με νυφούλα την κόρη τους. Πέρασα από τα ίδια, αλλά κλώτσησα, δεν κόλλησα. Τέλος πάντων, με αυτή την ανθρωποπαρατήρηση πέρασε η ώρα στην τράπεζα, πλήρωσα τα 35 ευρώ και συνέχισα για το Σύνταγμα.

Φτάνοντας εκεί, αντιμετώπισα μια οδυνηρή έκπληξη. Όχι μόνο δεν μου είχαν στρωμένο το κόκκινο χαλί, αλλά μπροστά στην είσοδο του χώρου όπου γινόταν η κτηματογράφηση βρισκόταν ένα απίστευτο μπουλούκι ανθρώπων, με άλλους να φωνάζουν, άλλους να διαμαρτύρονται, άλλους να υπομένουν στωικά ή παθητικά την κατάσταση. Ηλικιωμένοι άπλωναν τα γέρικα σώματά τους στις σκάλες του μετρό, προσφέροντας ένα ενδιαφέρον θέαμα, αλλά και ενόχληση στους τουρίστες και τους άλλους επιβάτες του μετρό. Περιστασιακά, κάποιος υπάλληλος του μετρό έκανε την εμφάνισή του και προσπαθούσε να πείσει τον κόσμο να σηκωθεί από τις σκάλες ή να μαζευτεί, ώστε να μην εμποδίζονται όσοι κατευθύνονταν στους συρμούς, εισπράττοντας μόνο διαμαρτυρίες. Ο κόσμος αντιδρούσε αρνητικά και ομολογώ πως δεν τους αδικώ. Το θέαμα αυτό και μόνο, η ανοργανωσιά, η καταλήστευση και καταταλαιπώρηση των πολιτών, με έκανε να φαντάζομαι με ηδονή μια αυθόρμητη και καταστροφική εξέγερση.


Προς απογοήτευσή μου, αυτό δεν συνέβη. Σημειωτέον, ότι την πόρτα φυλούσαν οπλισμένοι αστυνομικοί και ήταν άνδρες της αστυνομίας αυτοί που φώναζαν τα νούμερα αναμονής, ανά δέκα. Πήρα ένα νούμερο από κάποιον τύπο με πολιτικά και διαπιστώνοντας πόσο πολύ απείχε το νούμερό μου από τους αριθμούς που εξυπηρετούνταν εκείνη την ώρα σκεπτόμουν αν θα έπρεπε να επιμείνω ή να έλθω κάποια άλλη μέρα ή να δοκιμάσω κάποιο από τα άλλα κτηματολογικά γραφεία. Ήταν προφανές ότι μέχρι να εξυπηρετηθώ θα μεσολαβούσαν τουλάχιστον δύο ώρες. Μια εναλλακτική λύση θα ήταν να ξεχάσω την υπόθεση για κάποια ώρα, να κάνω κάποια βόλτα, να καθίσω κάπου και να επανέλθω αργότερα. Τελικά, κινούμενος και από κάποια περιέργεια, αποφάσισα να κατευθυνθώ στο γραφείο της Κυψέλης για να διαπιστώσω την κατάσταση εκεί (σημείωση, όλες οι μετακινήσεις με τα πόδια, για άσκηση).

Διασχίζοντας ξανά την Αθήνα, έφτασα κοντά στην Πλατεία Κυψέλης, όπου βρισκόταν επίσης κτηματολογικό γραφείο. Τα πράγματα δεν έμοιαζαν καλύτερα. Καθώς εκεί δεν υπήρχε η ευρυχωρία της Πλατείας Συντάγματος, Το μπουλούκι ήταν μαζεμένο στο πεζοδρόμιο. Τα ίδια και χειρότερα. Οπότε, ξανά πίσω (το νουμεράκι το είχα κρατήσει φυσικά). Φτάνοντας ξανά στο Σύνταγμα, αφού βεβαιώθηκα ότι τα νούμερα που εξυπηρετούνταν ήταν ακόμη αρκετά πριν από το δικό μου, κάθισα σε ένα αναψυκτήριο της πλατείας και απήλαυσα ένα παγωμένο τσάι και την καλοδεχούμενη πλέον ανάπαυση που μου προσέφερε μια καρέκλα. Όταν επέστρεψα στο μπουλούκι, ευτυχώς, δεν χρειάστηκε να περιμένω για πολύ ακόμη για να εισέλθω στο άβατο όπου μόνο όσοι είναι οπλισμένοι με πολλή υπομονή κρίνονται άξιοι να εισέλθουν. Περνώντας λοιπόν την «πύλη», διαπίστωσα ότι βρισκόμουν πλέον σε μια... δεύτερη ουρά αναμονής, με τη διαφορά ότι υπήρχαν καρέκλες και διάφορα ημιαγενή, αυταρχικά, απηυδισμένα ίσως κοράσια που σου έδιναν εντολές και σε κοιτούσαν επιτιμητικά που δεν εγνώριζες πώς να συμπεριφερθείς και να κινηθεί στον ιερό τούτο χώρο (νομίζω τοπογράφισσες, μήπως φοιτήτριες, μαθητευόμενες ιέρειες;).

Σε αυτό το χώρο, υπέδειξα τη διεύθυνση της κατοικίας μου για να εντοπιστεί σε ένα χάρτη, στην οθόνη υπολογιστή, και μου ζητήθηκε να περιμένω να εμφανιστεί το νούμερό μου σε μια φωτεινή ένδειξη στον τοίχο, για να εισέλθω στο επόμενο στάδιο της μύησης, πίσω από το διαχωριστικό, την είσοδο του οποίου φυλούσε ένα μοιράκιο. Ευτυχώς, αυτό το στάδιο της αναμονής ήταν μικρότερο και καθώς δεν είχα μεριμνήσει για κάποιο βιβλίο, επιδόθηκα ξανά στο χόμπι της ανθρωποπαρατήρησης, του διαλογισμού και του οφθαλμόλουτρου, καθώς ένα από τα αυταρχικά κοράσια, ψηλό, με μακριά, μαύρα μαλλιά ήταν αρκετά ελκυστικό. «Είσαι τόσο αυστηρή και στο κρεβάτι;» σκέφτηκα να τη ρωτήσω, αλλά κάτι μέσα μου με σταμάτησε. Όταν εισήλθα στο δεύτερο, εσώτερο άβατο, αυτό όπου οι λίγοι και τυχεροί ολοκληρώνουν πλέον τη διαδικασία της μύησης, πρώτα με παρέλαβε μια ιέρεια, συγγνώμη, δικηγόρος, που ρίχνοντας μια σύντομη ματιά στην αίτησή μου απεφάνθη ότι ήτο από νομικής πλευράς κανονική και, εν συνεχεία, στήθηκα σε μια άλλη, τελική ουρά, όπου οι μυούμενοι παραδίδουν πλέον την αίτηση με τα δικαιολογητικά και λαμβάνουν τον πολυπόθητο τίτλο του κτηματογραφημένου, απολαμβάνοντας το προνόμιο να κοιτάζουν αφ’ υψηλού τους αμύητους, με το χαμόγελο της ικανοποίησης «Εγώ το έκανα, θα κτηματογραφηθείτε και εσείς και θα δείτε τι εστί βερύκοκο.»

Η κατάσταση είναι απαράδεκτη. Είναι προφανές ότι τα γραφεία κτηματογράφησης είναι ανεπαρκή για την εξυπηρέτηση των πολιτών σε εύλογο χρονικό διάστημα και με αξιοπρεπή τρόπο. Η ταλαιπωρία είναι μεγάλη και για ένα μισθωτό, με βάση τα όσα είδα σήμερα, Δευτέρα, 4 Αυγούστου, η διαδικασία απαιτεί μια ημέρα άδειας (εκτός αν εγώ ήμουν ιδιαίτερα άτυχος και έπεσα σε πολύ άσχημη ημέρα). Χρόνος αναμονής που χρειάστηκα = περίπου 4 ώρες (10:15πμ - 2:15 μμ). Η ίδια η διαδικασία, τουλάχιστον για εμένα, που είχα μόνο ένα δικαίωμα, είναι ολιγόλεπτη (Δεν αναφέρομαι στη συμπλήρωση των εντύπων). Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι υπάρχει το Διαδίκτυο και το ταχυδρομείο για αποφυγή της ταλαιπωρίας, αλλά αυτό δεν είναι δικαιολογία. E-Government διά του καψονιού, δεν γίνεται. Από τη στιγμή που οι πολίτες επιλέγουν να εξυπηρετηθούν με αυτό τον τρόπο, όχι αδικαιολόγητα, καθώς εκεί παρέχονται και κάποιες διευκρινήσεις για τις αιτήσεις που δεν είναι τόσο απλό να συμπληρωθούν, το κράτος οφείλει να παρέχει την απαιτούμενη υποδομή.

Αναρωτιέμαι γιατί δεν χρησιμοποιήθηκαν στο κτηματολόγιο τα δεδομένα του περιουσιολογίου; Δύο φορές τα τελευταία χρόνια συμπληρώσαμε το Ε9 για την εφορία με τα στοιχεία των ακινήτων. Αναρωτιέμαι, επίσης, πόσοι από αυτούς που ταλαιπωρήθηκαν, πόσοι από αυτούς που διαμαρτυρήθηκαν, θα ψηφίσουν ΝΔ ή ΠΑΣΟΚ στις επόμενες εκλογές. Η μάχη της καθημερινότητας; Επανίδρυση του κράτους; Διαπίστωσα τι σημαίνουν σήμερα (για άλλη μια φορά). Είναι προφανές ότι αυτοί οι άνθρωποι μας θεωρούν τόσο παθητικούς, άβουλους και αποβλακωμένους ώστε να μας υποβάλλουν σε τέτοια καψώνια και κόστος χωρίς να φοβούνται για τις συνέπειες στις κάλπες.

Πολίτη, την επόμενη φορά που θα βρεθείς μπροστά σε μια κάλπη, ενθυμού, ενθυμού τα λεφτά της ΕΕ που χάθηκαν (φαγώθηκαν) από τους προηγούμενους, το λογαριασμό που σε υποχρεώνουν να πληρώσεις για τα λεφτά που χάθηκαν (φαγώθηκαν) και την ταλαιπωρία στην οποία σε υποβάλλουν οι τωρινοί.

Τσακίστε τους, τσακίστε τους, στις εκλογές μαυρίστε τους!!! (και τους δύο)


Υ.Γ. Είναι η εντύπωσή μου ή υπάρχουν ελάχιστες έως καθόλου αναφορές στον Τύπο για αυτή την ταλαιπωρία; Γιατί δεν δημοσιεύονται κάπου οι μέσοι χρόνοι αναμονής;

Υ.Γ.2 Διασκεδάσαμε πάλι.

Άλλη σχετική ανάρτηση, εδώ.

* Ναι, το γνωρίζω ότι τύποις η Κτηματολόγιο Α.Ε. είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, για εμένα, εξακολουθεί να είναι "το Δημόσιο", μοναδικός μέτοχος είναι το ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ.

Κυριακή, Αυγούστου 03, 2008

Και η πίτα λειψή και ο σκύλος πεινασμένος

Ο κρατισμός αφήνει και την πίτα λειψή και τον σκύλο πεινασμένο.

Η Ελλάδα πρέπει να είναι από τις ελάχιστες χώρες του κόσμου όπου η αριστερή (κρατικίστικη) ιδεολογία είναι τόσο κυρίαρχη, αριστερά και δεξιά. Αφορμή για αυτότο κείμενο είναι η υποτιθέμενη αναστάτωση που προκλήθηκε στο ΠΑΣΟΚ με αφορμή τις γνωστές δηλώσεις της Λ. Κατσέλη, εδώ, για το ενδεχόμενο κλεισίματος ΔΕΚΟ που «δεν προσφέρουν».

Ένας είναι ο λόγος ύπαρξης μιας επιχείρησης, η παραγωγή πλούτου, δηλαδή, αγαθών και υπηρεσιών αξίας που υπερβαίνει την αξία των πόρων που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή τους, τηρώντας φυσικά τους νόμους.

Μια επιχείρηση δεν είναι εργαλείο κοινωνικής πολιτικής, μείωσης της ανεργίας ή μέσο για οτιδήποτε άλλο πέραν του βασικού σκοπού της. Η κύρια κοινωνική συμβολή μιας επιχείρησης είναι αυτή καθ’ αυτή η δημιουργία πλούτου. Μια επιχείρηση που καταναλώνει περισσότερο πλούτο από όσο δημιουργεί, συντηρούμενη από το κράτος, μειώνει τον συνολικό πλούτο που είναι διαθέσιμος στην κοινωνία. Επιπλέον, δημιουργεί στρεβλώσεις δεσμεύοντας πόρους που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν σε άλλους τομείς με καλύτερα αποτελέσματα και πρακτικά απομυζεί την οικονομία και δημιουργεί αδικίες, καθώς πόροι που θα έπρεπε να διατίθενται για κοινωνικά αγαθά και για την άσκηση δίκαιης κοινωνικής πολιτικής, με την ενίσχυση των ασθενεστέρων, κατευθύνονται αντ’ αυτού σε ενδεχομένως υψηλούς μισθούς και παροχές διοικητικών στελεχών και άλλων εργαζομένων, που υποτίθεται ότι προσφέρουν εργασία, αλλά και στη συντήρηση των σχετικών, μη παραγωγικών υποδομών.

Σε πολλές περιπτώσεις, είμαι βέβαιος, θα συνέφερε περισσότερο να στέλνει το κράτος τους μισθούς αυτών των ανθρώπων στα σπίτια τους, παρά να συντηρεί παράλληλα και την υποδομή της υποτιθέμενης εργασίας τους. Αυτό δεν σημαίνει καν απαραιτήτως ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι όλοι τεμπέληδες και δεν εργάζονται. Ωστόσο, το να είσαι παραγωγικός σε κάτι που κανένας δεν θέλει, είναι το ίδιο και χειρότερο από το να μην παράγεις. Αν αποφασίσω ότι η φυσική μου κλίση είναι να φτιάχνω σβόλους από χώμα, έχει κάποιος την υποχρέωση, π.χ. εσείς ως κοινωνικό σύνολο, την υποχρέωση να μου κόψετε ένα μισθό;

Είναι εξίσου φυσιολογικό στην οικονομική ζωή μια επιχείρηση να κλείνει όσο και να ανοίγει. Είναι αναγκαίο να κλείνουν επιχειρήσεις όταν πλέον έχουν ολοκληρώσει τον κύκλο τους, για να αποδεσμεύονται πόροι για τις νέες ή ακμάζουσες επιχειρήσεις που έχουν ανάγκη από ζωτικούς χυμούς. Για να συντηρηθεί η ζωή, ο θάνατος είναι αναγκαίος, το ίδιο ισχύει και για την οικονομία. Η άντληση πόρων από τις επιχειρήσεις που είναι υγιείς ή αυτοσυντηρούνται για τη διατήρηση στη ζωή με τεχνικά μέσα προβληματικές επιχειρήσεις ή ΔΕΚΟ σημαίνει παρεμπόδιση της ανάπτυξης και δέσμευση πόρων σε μη παραγωγικές, ξεπερασμένες χρήσεις που εξελίσσονται σε ζόμπι, σε κακοήθη καρκινώματα. Αυτό μπορεί να σημαίνει αντί για ανάπτυξη ύφεση.

Θα μπορούσε να με ρωτήσει κάποιος: «Πού είναι σε όλα αυτά η θέση της κοινωνικής πολιτικής; Δεν πρέπει να υπάρχει κάποια ασφάλεια, κάποια μέριμνα για τους εργαζομένους;» Δεν είμαι από τους αφελείς που πιστεύουν ότι μπορούμε να καταργήσουμε εντελώς το κράτος και ότι το αόρατο χέρι θα δώσει απάντηση και σε όλα τα κοινωνικά ζητήματα. Η καλύτερη δυνατή απάντηση νομίζω ότι έχει δοθεί λίγο-πολύ σε αρκετές χώρες, στις πιο ανεπτυγμένες και με το υψηλότερο βιοτικό επίπεδο, και είναι σχετικά απλή. Η οικονομία πρέπει να χωρίζεται σε δύο, διακριτά μέρη. Στον τομέα της παραγωγής και στον τομέα της αναδιανομής. Ο τομέας της παραγωγής πρέπει να είναι αδυσώπητος και ανταγωνιστικός και να ανήκει σχεδόν αποκλειστικά στην αγορά, στον ιδιώτη. Μόνη δικαιοδοσία του κράτους σε αυτό τον τομέα πρέπει να είναι η επιβολή των κανόνων του παιχνιδιού έτσι, ώστε αυτοί να ισχύουν το ίδιο για όλους και να προστατεύεται το κοινωνικό σύνολο από «εξωτερικότητες» (π.χ. μόλυνση του περιβάλλοντος).

Ο άλλος τομέας, αυτός της αναδιανομής, είναι αυτός που πρέπει να είναι επιφορτισμένος με την κοινωνική πολιτική, με την παροχή βοήθειας σε όσους κάποια στιγμή δεν τα καταφέρνουν και αποβάλλονται από τον τομέα της παραγωγής. Οι δύο τομείς συνδέονται από έναν ομφάλιο λώρο, αυτόν της φορολογίας. Η φορολόγηση όλων με τους ίδιους όρους αντλεί με τις ελάχιστες στρεβλώσεις μέρος του πλούτου που παράγεται από την οικονομία της παραγωγής και τον διοχετεύει στην κοινωνική πολιτική, επίσης με ίδιους όρους για όλους, χωρίς ευνοουμένους που «πρόλαβαν και τρύπωσαν κάπου». Μέσω της φορολογίας εξασφαλίζονται επίσης - προσοχή, χωρίς να μονοπωλούνται - κοινωνικά αγαθά, όπως η παιδεία, η υγεία κ.λπ.

Με αυτό το διμερές σύστημα, εξασφαλίζεται η βέλτιστη ισορροπία. Το ότι καταστρατηγείται σήμερα η εργατική νομοθεσία σε τέτοιο βαθμό στη χώρα μας, ότι υπάρχουν τέτοιες ανισότητες μεταξύ εργαζομένων, το ότι η διαπλοκή και η διαφθορά έχουν γιγαντωθεί σε τέτοιο βαθμό, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε αυτό το μπλέξιμο μεταξύ παραγωγής/αγοράς και κράτους/κοινωνικής πολιτικής. Πώς να εφαρμόσεις τον νόμο απέναντι σε έναν βιομήχανο ή εφοπλιστή όταν δέχεσαι τον εκβιασμό ότι θα ευθύνεσαι για τις απολύσεις που θα κάνει στο «μπακάλικό» του (υπολογίζοντας και το πολιτικό κόστος); Έχουμε γεμίσει από κρατικοδίαιτους, κρατικοσυντήρητους και κρατικοπροστατευμένους επιχειρηματίες που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν την «ελεύθερη αγορά» και που συναλλάσσονται με το κράτος και τα κόμματα κάτω από το τραπέζι. Πώς να απαιτήσεις να εισπράξεις από ιδιωτικές και κρατικές επιχειρήσεις αυτά που οφείλουν στα ασφαλιστικά ταμεία; Πώς να επιβάλεις πρόστιμο σε μια επιχείρηση που αύριο θα πρέπει να της το επιστρέψεις με το άλλο χέρι ως ενίσχυση/επιδότηση/ανάθεση «για να μη μείνουν οι εργαζόμενοι στο δρόμο»; Μα το κράτος υπάρχει ακριβώς για να μη μένει κανένας στο δρόμο, όχι για να μην κάνουν απολύσεις ή να μην κλείνουν οι επιχειρήσεις.

Μια απόλυση ή εν γένει μια αλλαγή εργασίας είναι κάτι φυσιολογικό και δεν πρέπει να αποτελεί τραγωδία ή καταστροφή για ένα εργαζόμενο από τη στιγμή που η εκπαίδευση, η υγεία και τα άλλα αναγκαία για την οικογένειά του και τον ίδιο είναι εγγυημένα και όταν η επόμενη εργασία τον περιμένει μετά από μερικές εβδομάδες. Αν η μόνιμη και ισόβια εργασία είναι το υπέρτατο ιδανικό, ας επαναφέρουμε τη δουλοπαροικία. Το κράτος/ο φορολογούμενος πρέπει να πληρώνει τους ανέργους, όχι αυτούς που εργάζονται.

Εν κατακλείδι, αυτή η σύγχυση μεταξύ παραγωγής και κοινωνικής πολιτικής καταδικάζει την αγορά σε καχεξία και παράλληλα δεν αφήνει διαθέσιμους πόρους για την άσκηση ουσιαστικής κοινωνικής πολιτικής, καθώς αυτοί διοχετεύονται στη διατήρηση μη παραγωγικών επιχειρήσεων, αφήνοντας τελικά και την πίτα λειψή και τον σκύλο πεινασμένο.