Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνίζοντα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνίζοντα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 28, 2009

Διαστημικό λεωφορείο

Περίμενε υπομονετικά στη στάση το λεωφορείο του για να πάει στη δουλειά, όπως κάθε μέρα. Όταν αυτό σταμάτησε επιτέλους μπροστά του, ανέβηκε αφηρημένα, διάλεξε μια θέση πίσω και αφέθηκε σαν σακί. Όταν το όχημα άρχισε να κινείται πάλι, ένοιωσε μια τεράστια δύναμη να τον ακινητοποιεί, όπως εκείνες τις φορές που είχε ταξιδέψει με το αεροπλάνο, αλλά ακόμη μεγαλύτερη. Έστρεψε με δυσκολία το κεφάλι και κοίταξε έξω πανικόβλητος. Το λεωφορείο απογειωνόταν σχεδόν κάθετα και βρισκόταν ήδη σε ύψος εκατοντάδων μέτρων πάνω από τη Γη. Ήθελε να σηκωθεί, να τρέξει μπροστά, στον οδηγό, και να ρωτήσει τι συμβαίνει, αλλά δεν μπορούσε ούτε να μιλήσει. Πέρασαν μερικά λεπτά και ένοιωσε σιγά - σιγά τη δύναμη που τον κρατούσε ακινητοποιημένο να μειώνεται. Μπόρεσε να ανασάνει και να σηκωθεί αρπάζοντας μια χειρολαβή. Γύρω ο ουρανός ήταν σκοτεινός και μπορούσε να δει αστέρια. Στο πίσω παράθυρο, η Γη είχε απομακρυνθεί τόσο ώστε να φαίνεται σφαιρική και συνέχιζε να απομακρύνεται και άλλο. .

Το λεωφορείο συνέχιζε να τραντάζεται σαν να ανέβαινε κάποια ανηφόρα σε χωματόδρομο και αυτός, πιάνοντας τη μια χειρολαβή μετά την άλλη, κατάφερε να φτάσει μπροστά, παρατηρώντας ταυτόχρονα ότι μόνο πέντε ή έξι άλλοι επιβάτες υπήρχαν, κάπως περίεργοι, κλεισμένοι στον κόσμο τους, με ένα ή δύο να κρύβουν τα πρόσωπά τους, σκυμμένοι, κάτω από κουκούλες. Ο οδηγός έμοιαζε συνηθισμένος, ένας σαραντάρης, λαϊκός τύπος, με μουστάκι. «Συγγνώμη, αυτό δεν είναι το Α2, Ακαδημία – Βούλα;» ψέλλισε, συνειδητοποιώντας ταυτόχρονα το εξωφρενικό και γελοίο της φράσης του, δεδομένων των συνθηκών. Ο οδηγός απήντησε απαθής «Όχι, κύριε, αυτό είναι το Α-Α-2, Άλφα Κενταύρου – Άλφα Κασσιόπειας, δεν περνάμε πολύ συχνά και μερικοί αφηρημένοι μας μπερδεύουν… τώρα που το σκέπτομαι, εκείνος ο Πελασγός την τελευταία φορά είχε ταραχτεί πολύ.»

Ο αφηρημένος επιβάτης έμεινε να χάσκει με ανοικτό το στόμα. Ο οδηγός τον περιεργάστηκε για λίγο, κάπως υποτιμητικά, κάπως με συμπάθεια, και συνέχισε «Ακούστε, είναι αντίθετο στους κανονισμούς, αλλά όσο είμαστε ακόμη κοντά στη στάση, μπορώ να σας γυρίσω πίσω, αλλά πρέπει να το κάνουμε τώρα, όσο δεν έχουμε απομακρυνθεί, σε λίγο θα εισέλθουμε στη χωροχρονική δίοδο και θα είναι αργά». Για μια στιγμή ανακουφίστηκε, μετά δίστασε, μετά κοίταξε πίσω, το μπλε μπαλάκι που απομακρυνόταν..

Μία ώρα αργότερα έμπαινε στο γραφείο του. «Πρώτη φορά αργείς εσύ» του είπε περιπαιχτικά ένας συνάδελφος. Άνοιξε τον υπολογιστή του και σηκώθηκε να ετοιμάσει καφέ, όπως κάθε μέρα.

Δευτέρα, Απριλίου 27, 2009

Η ανακοίνωση

Εμφανίστηκε ξαφνικά σε τροχιά γύρω από τη Γη. Κανένας δεν ήξερε πώς βρέθηκε εκεί και υπήρχαν πολλές ενδείξεις ότι ήταν τεχνικό κατασκεύασμα, κάποιος τύπος σκάφους. Όλα τα κέντρα εξουσίας τέθηκαν σε συναγερμό, ενώ κάποιες αναφορές διέρρευσαν στο ευρύ κοινό, αρχικά μέσω του Διαδικτύου. Οι διαρροές διαψεύδονταν από τα δελτία ειδήσεων και τα άλλα επίσημα κανάλια ενημέρωσης, όταν το πλάσμα ή τα πλάσματα που ήλεγχαν το σκάφος αποφάσισαν να επικοινωνήσουν τα ίδια με το σύνολο των ανθρώπων, θέτοντας υπό τον έλεγχό τους με τα εξελιγμένα μέσα που διέθεταν κάθε ηλεκτρονικό δίαυλο επικοινωνίας, ουσιαστικά κάθε ηλεκτρονική συσκευή που μπορούσε να αναπαράγει εικόνα ή ήχο. Ένα απόκοσμο πλάσμα εμφανίστηκε σε κάθε οθόνη του πλανήτη, είτε αυτή ήταν τηλεόρασης, ηλεκτρονικού υπολογιστή ή οποιασδήποτε άλλης συσκευής, ανεξαρτήτως της χρήσης της, και η φωνή του ακούστηκε από κάθε ραδιόφωνο, αλλά και κάθε ηχείο. Το μήνυμα μεταδόθηκε σε κάθε περιοχή του πλανήτη στην τοπική γλώσσα, με άψογη προφορά. Περίπου, ήταν το εξής:

.

«Ανθρώπινα πλάσματα του πλανήτη Γη, δεν μας ξέρετε αλλά σας ξέρουμε από το πρώτο βήμα σας στον πλανήτη. Είμαστε οι σπορείς του κόσμου σας, οι γενετιστές μας ήταν οι δημιουργοί σας. Σας παρακολουθούσαμε συνέχεια περιμένοντας την ενηλικίωσή σας, για να σας δεχθούμε στη μεγάλη ομοσπονδία των κηπουρών του σύμπαντος, της κατηγορίας πλασμάτων που αποδείχθηκαν ικανά να φροντίζουν τον πλανήτη τους και συμμετέχουν πλέον στην φροντίδα και στο μπόλιασμα της ζωής σε άλλους πλανήτες. Με λύπη μας, διαπιστώνουμε ότι είστε μια από τις αποτυχίες μας. Αποτύχατε και αποτύχαμε. Καταχραστήκατε τη θέση σας, καταδυναστεύσατε, κατακρεουργήσατε και καταβασανίσατε τα άλλα πλάσματα που έπρεπε να εποπτεύετε και να βοηθάτε με προσοχή και σύνεση, εξαλείψατε μαζικά είδη, μολύνατε σχεδόν ανεπανόρθωτα τον πλανήτη, ενώ δεν χρειάζεται αναφορά και στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζετε τους ομοίους σας. Αυτοαποκαλείστε Homo Sapiens, αλλά είστε μόνο Homo Ergaster, άνθρωποι των εργαλείων, χωρίς σοφία, χωρίς καν λογική, χωρίς συμπόνια.

.

Για το συμφέρον όλων των άλλων πλασμάτων του κόσμου σας και για την προστασία άλλων κοντινών σε εσάς κόσμων, λάβαμε την απόφαση του τερματισμού σας. Σε κάθε κύτταρό σας υπάρχει ένας κώδικας αυτοκαταστροφής. Αυτός θα ενεργοποιηθεί με ένα ειδικό σήμα που δεν μπορείτε να ανιχνεύσετε. Το τέλος σας θα είναι σύντομο και ανώδυνο και από τη στιγμή που η διαδικασία θα ξεκινήσει, θα έχει ολοκληρωθεί σε όλο τον πλανήτη εντός τριών έως πέντε λεπτών. Η διαδικασία θα ενεργοποιηθεί σε επτά ημέρες από σήμερα. Σας δίνεται αυτό το διάστημα για περισυλλογή, σαν ένα τελευταίο δώρο στους καλύτερους από εσάς, αν και πολλοί δεν θα το δείτε έτσι, για να αναζητήσετε λίγη ειρήνη μέσα σας. Πάντως, δεν υπάρχει τίποτε που να μπορείτε να κάνετε για να ανατρέψετε την κατάσταση. Όλα γίνονται για την προστασία άλλων πλασμάτων που δεν πρέπει να υφίστανται την παραφροσύνη σας και για να απαλλαγεί ο πλανήτης και το σύμπαν από τη σκληρότητά σας. Σας απευθύνουμε τελευταίο χαιρετισμό, κρίμα που αυτό το μήνυμα δεν είναι ένα καλωσόρισμα στην τάξη των ουρανών, όπως ελπίζαμε κάποτε να είναι.»

.

Αφού ολοκληρώθηκε η μετάδοση του μηνύματος, το σκάφος εξαφανίστηκε τόσο ξαφνικά, όσο είχε κάνει την εμφάνισή του. Μέσα στο σκάφος υπήρχαν δύο μόνο πλάσματα. Λόγω της δυσκολίας προφοράς των ονομάτων τους, ας ονομάσουμε το ένα Χ και το άλλο Ψ:

.

Ψ: Θα παρακολουθήσουμε λοιπόν από εδώ τις εξελίξεις.

Χ: Ναι, θα έχει ενδιαφέρον, δεν νομίζεις;

Ψ: Χ, σε χαιρετώ και με τις τρεις κεραίες μου! Δεν σε λένε τυχαία τον μεγαλύτερο φαρσέρ του διαστήματος!

Χ: ΦΡΝΧ, ΦΡΝΧ, ΦΡΝΧ (παράξενο εξωγήινο γέλιο).

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 16, 2009

Δευτεριάτικο πρωινό

- Τι θέτε;
.
Ακατάλληλο δι΄ανηλίκους

Καθόταν φορώντας τη φόρμα του μπροστά στον υπολογιστή και χάζευε περιμένοντας το επόμενο μεταφραστικό έργο από κάποιο πελάτη. Κτύπησε το κουδούνι. Τέτοια ώρα, μόνο ο ταχυδρόμος ή κάποιος δυστυχής διανομέας φυλλαδίων τον ενοχλούσαν, αλλά το κουδούνι ήταν από πάνω. Ανοίγοντας την πόρτα, είδε μια περιποιημένη νεαρή γυναίκα με ένα φάκελο στα χέρια. «Καλημέρα σας, κάνουμε μια ενημέρωση για την ΟΥΝΕΣΚΟ, έχετε λίγο χρόνο;». Χαμογέλασε, «Είστε πλασιέ βιβλίων, σωστά;» Εκείνη σαν να αιφνιδιάστηκε, έγνεψε καταφατικά και είπε ένα μάλιστα. Η προσποίηση χάθηκε, τώρα που ο ρόλος είχε αποκαλυφθεί, και η παράσταση έλαβε πρόωρο τέλος. «Κάτι ξέρω και εγώ από αυτά. Κοιτάξτε, δεν έχω σκοπό να αγοράσω τίποτα, αν όμως δεν βιάζεστε πολύ, έχω ζεστό καφέ στην καφετιέρα.» Κοίταξε διστακτικά από την πόρτα το ηλιόλουστο σαλόνι και ο ήλιος διέλυσε τα σύννεφα των επιφυλάξεών της, «Ένα καφεδάκι θα ήταν καλό, τέτοια ώρα».

Έβγαλε το παλτό της, τη θαύμασε. «Θυμήθηκα, όταν σας είδα, τα δικά μου, πριν από πολλά χρόνια. Έψαχνα τότε για δουλειά, μία ή δύο φορές είχα πάει σε αγγελίες που ζητούσαν ανώτατες σπουδές, για να διαπιστώσω ότι ζητούσαν πλασιέ βιβλίων.» «Αφήστε τα, μεγάλη πίκρα, είναι δύσκολα τα πράγματα, είμαι φιλόλογος.» Συστήθηκαν με τα μικρά τους ονόματα, πέρασαν στην κουζίνα και πήγε να της βάλει καφέ, εκείνη τον σταμάτησε, έχοντας πάρει πια αρκετό θάρρος, «μήπως κάνετε καλό ελληνικό;». Χαμογέλασε, έβγαλε το γκαζάκι και, κάτω από το βλέμμα της, χωρίς καμία βιασύνη, σαν να ήταν όλος ο χρόνος δικός τους, της ετοίμασε τον πιο μερακλίδικο καφέ που ήξερε να φτιάχνει. Ετοίμασε το καφεδάκι της με την τελετουργικότητα που οι ανατολίτες ετοιμάζουν το τσάι. Κάθισαν ο ένας απέναντι στον άλλο και αντάλλαξαν μερικές κουβέντες, «...και μένεις μόνος σου εδώ;», «...θα σε ενδιέφερε να διδάξεις», «...μετάφραση, ενδιαφέρον...», «...ώστε ζωγραφίσεις και εσύ...», «...θαυμάσιο βιβλίο...».

Γύρω τους, η πόλη συνέχιζε να δουλεύει σαν μια παλιά μηχανή που είναι έτοιμη να ξεχαρβαλωθεί, αγκομαχώντας, ασθμαίνοντας, σπάζοντας και μασώντας εξαρτήματα εδώ και εκεί, μυρίζοντας καμένο. Οι δυο τους όμως τα είχαν ξεχάσει πια όλα. Το επόμενο μεταφραστικό έργο είχε φτάσει στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, αλλά δεν συγκινήθηκε όταν άκουσε τον ήχο της ειδοποίησης. Εκείνη, κάποια στιγμή σηκώθηκε και στάθηκε όρθια κοντά του, του χάιδεψε το πρόσωπο και εκείνος την τράβηξε απαλά, αλλά σταθερά πάνω του, στον καναπέ. Φιλήθηκαν με τη μανία και την ηδονή της συνενοχής, σαν να έκαναν κάτι που δεν έπρεπε να κάνουν εκείνες τις ώρες, εκείνες ήταν οι ώρες της δουλειάς, όχι της ηδονής, έτσι είχε ορίσει η κοινωνία, η οικονομία, οι κανόνες. Εκείνη έπρεπε να πουλάει αζήτητα βιβλία μπουρδουκλώνοντας χαυνωμένους αφελείς και αμαθείς νοικοκυρές και εκείνος να μεταφράζει μπροστά στην οθόνη. Έβγαλε το πουλόβερ της ενώ τον είχε από κάτω της, ανάμεσα στα σκέλια της, πέταξε το πουκάμισο, το μαύρο σουτιέν και εκείνος τη θαύμασε από χαμηλά σε όλο της το μεγαλείο, με τις ακτίνες το ήλιου να αστράφτουν στο πορσελάνινο, νεανικό της στήθος και στις αιχμηρές ρώγες της. Όλα στο φως, χωρίς καμία ντροπή. Αφού την ύγρανε με τη γλώσσα του, εκείνη του τράβηξε τη φόρμα και το εσώρουχο με τη βιασύνη που ένα παιδί ξετυλίγει ένα γλύκισμα και τον έβαλε στο κορμί της. Κάποια στιγμή, όλα εξερράγησαν μέσα στο φως. Ένα πυρ κατάπιε τα πάντα. Οι δουλειές, η πόλη, η οικονομία,, η κυβέρνηση, η αστυνομία, οι αναρχικοί, οι επαναστάτες, οι τράπεζες, ο κόσμος, αριστερές και δεξιές ιδεολογίες, θρησκείες και παπάδες, καλές και κακές προθέσεις, άγιοι, μάρτυρες, εθνικοί ήρωες και εχθροί, λυκειάρχες, καθηγητές και η ακαδημία, το κομμουνιστικό κόμμα και ακροδεξιές οργανώσεις, οι τράπεζες και η αγορά, οι σοφοί και ο κρατισμός, η κοινωνική πολιτική, οι θεσμοί, οι υψηλοί σκοποί που αγιάζουν τα μέσα, τα κοινωνικά πρότυπα και οι ρόλοι, η ανάγκη, όλα πασαλείφτηκαν με υγρά και βεβηλώθηκαν με κολλώδες σπέρμα, όλα διαλύθηκαν αφήνοντας ένα καταστάλαγμα έκστασης, αφήνοντας μόνο τον εκτυφλωτικό ήλιο που έλαμπε μέσα στο σαλόνι, δεν υπήρχαν πια ούτε οι ίδιοι, υπήρχε μόνο το φως...

Μετά από μερικές μέρες, δηλώθηκαν και οι δυο ως αγνοούμενοι. Δεν τους βρήκαν ποτέ. Είχαν χαθεί για τον κόσμο αλλά είχαν βρεθεί οι ίδιοι.
*
Τέλος
*
Σημείωση: Βασίστηκε σε κάτι που συνέβη σήμερα το πρωί. Η ιστορία είναι αληθινή μέχρι το σημείο: «Καλημέρα σας, κάνουμε μια ενημέρωση για την ΟΥΝΕΣΚΟ, έχετε λίγο χρόνο;». Η πραγματική απάντησή μου, με ένα συγκαταβατικό χαμόγελο, ήταν «Λυπάμαι, έχω πολλή δουλειά.», καθώς έκλεινα την πόρτα.
.
Υ.Γ. Σκεφτόμουν να γράψω κάτι για την οικονομία, αλλά το μετάνιωσα.

Κυριακή, Νοεμβρίου 02, 2008

Ο γητευτής της άμμου

Ο άνεμος με τα τραγούδια του μετακινεί διαρκώς την άμμο, παρασύροντας τις αμμοθίνες και αλλάζοντας διαρκώς το χάρτη της ερήμου και εγώ είμαι ο Σαχίν Αλ Κατίμπ, το γεράκι των αμμόλοφων, και έχω περάσει όλη μου τη ζωή στην έρημο, κάτω από τον απέραντο ουρανό, τον καυτό ήλιο και την παγωμένη νύχτα, και άλλη ζωή δεν ξέρω. Την βρήκα ένα απόγευμα, κομμένη από σπαθιά, να την αποτελειώνει ο ήλιος και εγώ έσκυψα και την είδα και έβγαλα τη φλογέρα μου και φύσηξα μια μελωδία για την ομορφιά των άγριων ρόδων και ο άνεμος σήκωσε την άμμο που έκλεισε τις βαθιές πληγές της και την ονομάτισα Αμπάλ, άγριο ρόδο, και την πήρα στη σκηνή μου να μοιράζομαι μαζί της τις δουλειές μου, τα λιγοστά υπάρχοντά μου, τον ήχο της φλογέρας μου και τα αναρίθμητα άστρα που κεντούν τον νυκτερινό ουρανό της ερήμου. Ήταν πάντα μελαγχολική η Αμπάλ, της εξήγησα ότι η ζωή που της είχε δώσει η άμμος ήταν δώρο της ερήμου και, αν προσπαθούσε να φύγει από την έρημο, η άμμος που κάλυπτε τις πληγές της θα έμενε πίσω και θα έχανε τη ζωή της και εκείνη μου είπε ότι οι ληστές που λεηλάτησαν το καραβάνι της εξόντωσαν την οικογένειά της και κατέκοψαν το κορμί της. Ο άνεμος μου έφερνε ιστορίες και ειδήσεις από μέρη μακρινά και εγώ τις αφηγούμουν στην Αμπάλ και της έδινα τα πολύτιμα δώρα που κρύβει η έρημος στα βάθη της για να απαλύνω τη μελαγχολία της, που όμως δεν την άφηνε ποτέ, και έτσι περνούσαν οι μέρες.

Μια μέρα, την πήρα μαζί μου πάνω σε ένα αμμόλοφο και της έδειξα κάτι καμηλιέρηδες και, τότε, για πρώτη φορά, την εγκατέλειψε η μελαγχολία της και την αντικατέστησε η οργή. "Αυτοί μου πήραν την οικογένεια και σημάδεψαν το κορμί μου. Με τη δύναμη που έδωσες ζωή σε εμένα, δεν μπορείς να πάρεις τη ζωή από αυτούς; Μόνο αυτό το δώρο θέλω από εσένα." Έβγαλα τη φλογέρα μου και έπαιξα ένα γρήγορο, ξέφρενο σκοπό και η άμμος σηκώθηκε από τις αμμοθίνες και έγινε αμμοθύελλα που όμοιά της δεν είχε ξαναδεί η έρημος και οι άνθρωποι με τις καμήλες τυλίχτηκαν σφιχτά στα ρούχα τους, μα η άμμος τα κουρέλιασε και μετά άρχισε να κουρελιάζει τη σάρκα τους, και έσκαψε τα πρόσωπα και τα κορμιά τους και γύμνωσε τα κόκαλά τους και εγώ σταμάτησα τη μελωδία μου και η Αμπάλ δίπλα μου έκλαιγε και πότιζε με τα δάκρυά της τη διψασμένη έρημο που τα κατάπινε με λαχτάρα. "Αμπάλ, έκανα αυτό που ήθελες, αλλά η μελαγχολία σου έγινε θρήνος. Δεν υπάρχει τίποτα που θα σου δώσει ικανοποίηση;" "Άσε με να πάω στην οικογένειά μου" μου είπε και εγώ την κοίταξα λυπημένα και φύσηξα απαλά και η άμμος έφυγε από το κορμί της και η Αμπάλ σωριάστηκε στην άμμο.
.
Είμαι ο Σαχίν Αλ Κατίμπ, το γεράκι των αμμόλοφων, ο γητευτής της άμμου, και έχω περάσει όλη μου τη ζωή στην έρημο, κάτω από τον απέραντο ουρανό, τον καυτό ήλιο και την παγωμένη νύχτα, και άλλη ζωή δεν ξέρω. Τα γυμνά μου πόδια πατάνε στην καυτή άμμο, που ούτε η σαύρα της ερήμου δεν αντέχει για πολύ, και το δέρμα μου είναι στεγνό και ωχρό σαν αρχαίος πάπυρος και διασκεδάζω τη μοναξιά μου παίζοντας μελωδίες με τη φλογέρα μου που ο άνεμος μεταφέρει πάνω από τις αμμοθίνες, γεννήθηκα με την έρημο και θα πεθάνω μαζί της.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 22, 2007

Η τεχνική της Μέδουσας - Β΄ Μέρος (τέλος)

Πέρασε καιρός από εκείνο το βράδυ και ο Χ. δεν είχε ξαναχρησιμοποιήσει αυτή την τεχνική, ειλικρινείς τύψεις για αυτό που είχε κάνει δεν είχε, καθώς το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί όταν θυμόταν τον Σ. ήταν αυτά που είχε τραβήξει από αυτόν, «καλά του έκανα» σκεφτόταν. Εξάλλου, τώρα είχε πιο σημαντικά προβλήματα. Η μητέρα του, ο μόνος άνθρωπος που του είχε απομείνει, είχε αρρωστήσει σοβαρά. Ένας γιατρός στο δημόσιο νοσοκομείο του είπε ότι μόνο ο υπεύθυνος του τμήματος θα μπορούσε να κάνει κάτι, και συμπλήρωσε με νόημα «αν δεχόταν να αναλάβει την περίπτωση». Το τίμημα ήταν «6.000 ευρώ, επειδή ξέρω ότι δεν είστε πλούσιοι άνθρωποι και σας συμπάθησα». Ο Χ. το μόνο που είχε ήταν 200 ευρώ για να περάσει τις υπόλοιπες δέκα μέρες του μήνα και ήδη ένα όχι ευκαταφρόνητο χρέος. Με καταναλωτικά δάνεια και διακοποδάνεια και μετά από πολλές απορρίψεις κατάφερε να συγκεντρώσει τα μισά. «Λυπάμαι, αλλά υπάρχουν άλλοι ασθενείς με προτεραιότητα, θα δω τι μπορώ να κάνω, αλλά προσπαθήστε λίγο ακόμη και εσείς». Η μητέρα του «έφυγε» μετά από μερικές μέρες.

Ο Χ. περίμενε τον γιατρό στο προαύλιο που ήταν και χώρος στάθμευσης του νοσοκομείου. Τον είδε να βγαίνει κορδωτός, τόσο ικανοποιημένος με τον εαυτό του, τόσο επιτυχημένος, τόσο αξιοσέβαστος. Έκανε να κινηθεί προς το μέρος του χωρίς να γίνει αντιληπτός όταν είδε ένα μεγάλο αυτοκίνητο να σταματάει κοντά. Οδηγούσε μια γυναίκα, η πόρτα του συνοδηγού άνοιξε και ένα κορίτσι 12 - 13 ετών χαιρέτισε από το πίσω κάθισμα. Αμέσως ο Χ. έκανε πίσω. «Θα σου τα πάρω όλα γιατρέ πριν να σου πάρω τη ζωή, για εσένα δεν θα είναι τόσο εύκολο όσο ήταν για τον Σ.»

Πέρασαν μερικές εβδομάδες και ο Χ. έμαθε ό,τι χρειαζόταν για τον γιατρό. Πού έμενε, σε ποιο σχολείο πήγαινε το παιδί του, πού δούλευε η γυναίκα του. Ο Χ. φόρεσε τα καλά του ρούχα, για να μην προσελκύσει την υποψία κανενός στο ακριβό προάστιο που θα πήγαινε. Λίγο αργότερα περπατούσε αργά σε έναν ήσυχο δρόμο, κρατώντας και ένα χαρτοφύλακα στο αριστερό χέρι, για να μοιάζει με δικηγόρο που πήγαινε σε κάποια δουλειά. Από την αντίθετη κατεύθυνση την είδε επιτέλους να πλησιάζει, μετά από αρκετές προσπάθειες που είχε κάνει τις προηγούμενες ημέρες.

Το κορίτσι είχε βγει από μια βαριά μεταλλική πόρτα πηγαίνοντας να συναντήσει τις φίλες του. Ο Χ. περπατούσε προς το μέρος του εξετάζοντάς την διακριτικά. Ήταν χαρούμενη και ανέμελη, περιμένοντας να ανταλλάξει κοριτσίστικες κουβέντες με τις φίλες της. Ο Χ. τη φαντάστηκε να ζει σε μια αφθονία που ο πατέρας της έφτιαχνε απομυζώντας ανθρώπους που τύχαινε να βρεθούν στην ανάγκη του, ανθρώπους σαν και αυτόν. Φαντάστηκε τον γιατρό σαν μια μεγάλη αράχνη που έσπευδε να ρουφήξει τους χυμούς από κάθε μικρό έντομο που έπεφτε στον ιστό της. Σίγουρα αυτό το κορίτσι δεν μπορούσε να συλλάβει τίποτε από όλα αυτά και όταν θα μεγάλωνε θα τα εκλογίκευε όλα. Για εκείνη ο πατέρας της ήταν μόνο «ο μπαμπάς», μια ζεστή πατρική φιγούρα που της ικανοποιούσε όλες τις επιθυμίες, ένας «καλός πατέρας».

Ο Χ. κόντευε τώρα να περάσει από δίπλα της, δίστασε, την προσπέρασε, κοντοστάθηκε, γύρισε, «συγγνώμη δεσποινίς, μήπως ξέρετε που είναι η οδός τάδε;», το κορίτσι γύρισε πρόθυμα για να δώσει οδηγίες.

Λίγο αργότερα, ενώ είχε σκοτεινιάσει, έμπαινε κάθιδρος στο σπίτι και έπεφτε στο πάτωμα. Ξέσπασε σε λυγμούς. Σκέφτηκε το χαμόγελό της, σκέφτηκε τη μητέρα του, σκέφτηκε τον γιατρό, σκέφτηκε τον Σ., σκέφτηκε τη ζωή του, η σκέψη του είχε γίνει μια δίνη που ανακάτευε τα πάντα, ένα μίξερ, ανάκατες παραστάσεις από όλη τη ζωή του στροβιλίζονταν ανεξέλεγκτα και τον τραβούσαν σε μια δίνη, σε ένα μάελστρομ, σε μια σκοτεινή άβυσσο. Σύρθηκε μέχρι το μπάνιο, στάθηκε στον καθρέπτη ακουμπώντας τον νιπτήρα. Είχε αποτύχει, δεν είχε βγάλει το κεφάλι της Μέδουσας από το σάκο του. Είχε ακούσει τις οδηγίες που του είχε δώσει το παιδί, με την ικανοποίηση που έχουν τα παιδιά όταν μπορούν να βοηθήσουν σε κάτι ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της, είχε χαμογελάσει τσακισμένα και απλώς είχε πάρει το δρόμο της επιστροφής. Στον καθρέπτη είδε να σχηματίζεται μια φρικιαστική μορφή με βοστρύχους που έμοιαζαν με φίδια. Το χέρι του κινήθηκε μόνο του. Είχε συμπληρωθεί ένας χρόνος από τότε που είχε «πετρώσει» τον Σ.

ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟ ΤΕΛΟΣ
Λίγο αργότερα, ενώ είχε σκοτεινιάσει, έμπαινε κάθιδρος στο σπίτι και έπεφτε στο πάτωμα. Ξέσπασε σε λυγμούς. Σκέφτηκε το χαμόγελό της, σκέφτηκε τη μητέρα του, σκέφτηκε τον γιατρό, σκέφτηκε τον Σ., σκέφτηκε τη ζωή του, η σκέψη του είχε γίνει μια δίνη που ανακάτευε τα πάντα, ένα μίξερ, ανάκατες παραστάσεις από όλη τη ζωή του στροβιλίζονταν ανεξέλεγκτα και τον τραβούσαν σε μια δίνη, σε ένα μάελστρομ, σε μια σκοτεινή άβυσσο. Σύρθηκε μέχρι το μπάνιο, στάθηκε στον καθρέπτη ακουμπώντας τον νιπτήρα. Στον καθρέπτη είδε να σχηματίζεται μια φρικιαστική μορφή με βοστρύχους που έμοιαζαν με φίδια. Το χέρι του κινήθηκε μόνο του... ή ίσως απλώς να πέτρωσε από τη φρίκη.

Σημείωση για ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟ ΤΕΛΟΣ: για αυτό το εναλλακτικό τέλος, αγνοήστε την πρόταση «Προσοχή, αν εφαρμόσετε έστω και για μία φορά αυτή την τεχνική, δεν πρέπει να παραλείψετε να την εφαρμόζετε τουλάχιστον μία φορά κάθε χρόνο» από την πρώτη παράγραφο.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 21, 2007

Η τεχνική της Μέδουσας - Α΄ μέρος

Ο Χ. έσκυψε και έσυρε το σκονισμένο βιβλίο από μια γωνιά του παλαιοβιβλιοπωλείου. Το σύννεφο σκόνης που σηκώθηκε τον έκανε να φτερνιστεί δυνατά. Το γυαλιστερό, σκληρό εξώφυλλο και τα ψυχεδελικά σχέδια του θύμισαν δεκαετία του 70. Διάβασε τον τίτλο, «Η τεχνική της Μέδουσας». Τις επόμενες μέρες το μελέτησε τόσο καλά ώστε σχεδόν το αποστήθισε. Ήταν ένα βιβλίο «μάθε μόνος σου» για πολεμικές τέχνες, μόνο που αφορούσε σε ένα και μοναδικό κτύπημα με το χέρι. «Αν μάθετε να εκτελείτε άψογα αυτή την τεχνική, δεν υπάρχει καμία άμυνα, το μειονέκτημά της είναι ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για να επιφέρει τον θάνατο. Δεν χρησιμεύει ως τεχνική άμυνας ούτε ως μέσο απλής εξουδετέρωσης του αντιπάλου. Προσοχή, αν εφαρμόσετε έστω και για μία φορά αυτή την τεχνική, δεν πρέπει να παραλείψετε να την εφαρμόζετε τουλάχιστον μία φορά κάθε χρόνο.» Αυτές ήταν οι τελευταίες γραμμές του βιβλίου.

Ο Χ. ακολούθησε πιστά τις οδηγίες του βιβλίου για μερικές εβδομάδες, μέχρι να χάσει το ενδιαφέρον του. Το μεγαλύτερο μέρος των οδηγιών αφορούσε σε αναπνευστικές ασκήσεις, σε οδηγίες διατροφής, σε κάποιες απλές φράσεις ενίσχυσης της αυτοπεποίθησης που έπρεπε να επαναλαμβάνει κάποιος στην αρχή και στο τέλος της ημέρας. Ελάχιστες οδηγίες για κάποιες ασκήσεις των χεριών, εύκολες ακόμη και για κάποιον αγύμναστο όπως ο Χ. και αυτό ήταν όλο. Το μόνο ασυνήθιστο στο βιβλίο ήταν κάποιοι περίεργοι χαρακτήρες στην αρχή και στο τέλος κάθε σελίδας. Η ιδέα της δύναμης που θα αποκτούσε μετά την εκμάθηση αυτής της τεχνικής του είχε κινήσει αρχικά το ενδιαφέρον, ιδίως καθώς δεν πήγαινε πολύ καιρός που είχε εγκαταλείψει τη σχολή πολεμικών τεχνών, καθώς γινόταν συνεχώς στόχος πειραγμάτων για την αδεξιότητά του και κάτι σαν σάκος του μποξ για τους πιο προχωρημένους μαθητές, ιδίως για εκείνον τον αντιπαθητικό, τον Σ. Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι έπαιρνε τις υποσχέσεις του βιβλίου απολύτως στα σοβαρά και μη αναγνωρίζοντας στον εαυτό του κάποια ιδιαίτερη δεξιότητα μετά από εβδομάδες άσκησης, το εγκατέλειψε με απογοήτευση.

Τον Σ. τον συνάντησε πάλι τυχαία ένα βράδυ καθώς επέστρεφε από τη δουλειά. Για μια στιγμή σκέφτηκε να αλλάξει πεζοδρόμιο, αλλά το θεώρησε αναξιοπρεπές. Συνέχισε κοιτάζοντας ευθεία μπροστά, σαν να μην τον είχε αντιληφθεί αλλά ο άλλος πήδησε μπροστά του και άρχισε να χοροπηδά κάνοντας δήθεν κινήσεις του καράτε και βγάζοντας κοροϊδευτικές κραυγές. Ο κόσμος έκανε πως δεν κοιτούσε, όπως κάνει συνήθως ο κόσμος, αλλά αυτό δεν έκανε τον Χ. να νοιώθει καλύτερα και είχε πάρει τώρα το χρώμα της παπαρούνας. «Σε χάσαμε αγορίνο μου, πάνω που θα έπαιρνες και μαύρη ζώνη» συνέχισε να τον πειράζει ο Σ., χοροπηδώντας σαν μαϊμού, και έκανε να του τσιμπήσει το μάγουλο. Ο Χ. δεν κατάλαβε σχεδόν πώς πετάχτηκε το χέρι του, σαν να είχε πάρει μόνο του την πρωτοβουλία. Απλώς άγγιξε τον Σ. κάπου στο στήθος εφαρμόζοντας την τεχνική του βιβλίου. Αμέσως τρόμαξε από αυτό που έκανε, περισσότερο για το πόσο ανόητο του φάνηκε, έβαλε το κεφάλι κάτω και έκανε να περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο περιμένοντας να ακούσει τα γέλια του άλλου.

Ο Σ. δεν αντέδρασε, δεν φώναξε, δεν τον απείλησε, δεν πήγε να τον κτυπήσει. Ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά προς τα πίσω, τον είδε να στέκεται στο ίδιο σημείο. Αφού διέσχισε το δρόμο και κατάλαβε ότι δεν συνέβαινε τίποτα, γύρίσε το κεφάλι για να παρατηρήσει πιο καλά τον Σ. Στεκόταν όρθιος, ακίνητος, και το πρόσωπό του έμοιαζε με μια μάσκα, ήταν σαν να είχε παγώσει ακριβώς με εκείνη τη βλακώδη έκφραση που είχε την τελευταία φορά που τον κοίταξε. Ακριβώς μπροστά του ήταν μια καφετέρια, μπήκε μέσα και κάθισε δίπλα στο τζάμι, παρήγγειλε μια μπύρα στη σερβιτόρα και έμεινε να παρατηρεί τον Σ. που είχε μείνει να στέκεται ακίνητος στο απέναντι πεζοδρόμιο, ένα άγαλμα από σάρκα. Αν ήταν βαμμένος άσπρος, θα ήταν σαν αυτούς του μίμους του δρόμου, σκέφτηκε χαιρέκακα. Ο κόσμος έρεε γύρω από το «άγαλμα» που μάλλον περνούσαν για κάποιο πρεζόνι. Όταν η μπύρα του κόντευε να τελειώσει, μια γυναίκα βγήκε από ένα κατάστημα. "Είναι έτσι για σχεδόν μια ώρα" είπε δυνατά σε κάποιον άνδρα δίπλα της. Εκείνος σκούντησε λίγο τον Σ. στον ώμο και το άψυχο σώμα σωριάστηκε σαν ένα σακί πατάτες κάτω από τρομαγμένα βλέμματα και συνοδεία γυναικείων επιφωνημάτων. Ο Χ. πλήρωσε και έφυγε βιαστικά πνίγοντας ένα δυνατό γέλιο. Αργότερα έμαθε, με κάποια ανακούφιση, ότι ως αιτία θανάτου είχε καθοριστεί η ανακοπή καρδιάς οφειλόμενη σε κάποια απίθανη αιτία, μια σειρά ακαταλαβίστικων λέξεων που είχαν ως μοναδικό σκοπό να αποφύγει ο ιατροδικαστής να γράψει δύο λέξεις "άγνωστη αιτία".

Ακολουθεί το Β΄ μέρος

Δευτέρα, Ιουνίου 12, 2006

Γκρικ Χαρακίρι - μέρος 3ο (τελευταίο)

Η μέρα έφτασε. Το πρωί πήγε στο νεκροταφείο. Τα μνήματα κολλητά το ένα δίπλα στο άλλο, σε αυτή την πόλη οι νεκροί συνωστίζονται όσο και οι ζωντανοί. Σε κάθε κηδεία οι πενθούντες σχεδόν έπρεπε να πατούν πάνω στους γειτονικούς τάφους. Ολόγυρα το εμπόριο του θανάτου, ανθοπωλεία, γραφεία κηδειών, εκκλησίες, γιατροί και νοσοκομεία. Σε πουλάνε και σε αγοράζουν ζωντανό, σε πουλάνε και σε αγοράζουν πεθαμένο. Όποτε ερχόταν εδώ, μέχρι να φτάσει στο μνήμα του πατέρα του, πρόσεχε εδώ και εκεί ονόματα και ημερομηνίες, σε ορισμένους τάφους υπήρχαν και φωτογραφίες. Όποτε εντόπιζε τον τάφο κάποιου νέου ή νέας, προσπαθούσε να φανταστεί πώς ήταν η ζωή τους λίγο πριν να πεθάνουν, ίσως το τελευταίο Σάββατο. Είχαν βγει άραγε με φίλους, είχαν διασκεδάσει σε πλήρη άγνοια της ειμαρμένης τους; Εκείνος τουλάχιστον ήξερε. "Περίμενε και μένα απόψε βαρκάρη," σκέφτηκε, "το βράδυ θα δειπνήσω στο βασίλειο των σκιών, θα δω την Περσεφόνη και τον Πειρίθου, καρφωμένο στον πέτρινο θρόνο του". "Βασίλειο των σκιών;" σκέφτηκε, "Και αυτό εδώ τι είναι; Το βασίλειο του φωτός;" Γέλασε από μέσα του. Έφτασε μπροστά στο μνήμα του πατέρα του.

Κάθισε για λίγο σιωπηλός. Ακούμπησε με το χέρι του την πλάκα σαν να μπορούσε να νοιώσει το άγγιγμά του. "Και εδώ, πατέρα, στην άκρη σε βάλανε." Δίπλα ήταν ο ψηλός τοίχος και παραδίπλα οι γραμμές του ηλεκτρικού. Κάθε πέντε λεπτά σειόταν ο τόπος. Ούτε εδώ λίγη ησυχία; Ούτε εδώ;! Κάθισε λίγες στιγμές έτσι, θυμήθηκε τα χρόνια τότε που είχε ακόμη ελπίδα μέσα του, τότε που πίστευε ότι ο κόσμος ήταν καλός και δίκαιος και οι κακοί υπήρχαν απλώς για να τιμωρούνται στο τέλος, ως μια απόδειξη του πόσο άψογα λειτουργούσαν όλα, όπως στα έργα και στα κινούμενα σχέδια. Τότε που ήταν παιδί και τον έπιαναν, ένας από κάθε χέρι, ο πατέρας και η μητέρα του. Θυμόταν ακόμη το ζεστό και σίγουρο χέρι του πατέρα και το άρωμα της μητέρας του, αυτή την αίσθηση την ένοιωθε σχεδόν πραγματικά κάθε στιγμή που την ανακαλούσε. Θυμόταν τις προσευχές που έκανε από μέσα του όταν ήταν μικρός, "Θεούλη μου μην του αφήσεις να πεθάνουν, ας πεθάνω πρώτα εγώ…" τι εγωιστικό.

Το απόγευμα, η μητέρα του είχε να επισκεφθεί μια φίλη της. Αυτό τον διευκόλυνε για να πάρει μαζί του το σάκο με το ξίφος χωρίς να χρειαστεί να απαντήσει σε ερωτήσεις. "Μην ξεχάσεις ότι θα βγω και εγώ, ίσως να αργήσω αρκετά, μην ξενυχτήσεις περιμένοντάς με" της φώναξε καθώς εκείνη έφευγε. "Εντάξει Κωστάκη μου, να περάσεις καλά". Ένοιωσε ένα σφίξιμο στην καρδιά του.

Περίμενε λίγο και βγήκε και εκείνος με το σάκο στο χέρι. Περπατούσε προσέχοντας τα πάντα γύρω του, παρέες, ζευγάρια, βιτρίνες, κτίρια, αυτοκίνητα, γέλια… Ξαφνικά ο κόσμος δεν ήταν και τόσο αποκρουστικός, έβρισε από μέσα του, όχι, η απόφασή του ήταν ειλημμένη. Πήρε μια ανάσα περιμένοντας να μυρίσει μόνο καυσαέριο, αλλά είχε φτάσει μέχρι εδώ, μέχρι το κέντρο, μια υποψία θαλασσινής αύρας. Κούνησε το κεφάλι του. Συνέχισε σταθερά το δρόμο του. Κάπου συνάντησε μερικά αδέσποτα σκυλιά, ένα κατάμαυρο σκυλί αποσπάστηκε από την αγέλη και περπάτησε για λίγο δίπλα του. Συνέχισε να ανηφορίζει προς τον Λυκαβηττό. Σε ένα δρομάκι είδε να έρχεται από απέναντι μία από τις ωραιότερες γυναίκες που είχε δει ποτέ του. Φορούσε ένα αέρινο, κοντό φόρεμα, το δέρμα της ήταν λευκό, χωρίς ατέλειες, σαν από πεντελικό μάρμαρο, τα μακριά, πυρόξανθα μαλλιά της στεφάνωναν ένα υπέροχο πρόσωπο με κάπως αυστηρό βλέμμα, ήταν ψηλή, το σώμα της είχε ιδανικές αναλογίες και η κίνησή της είχε μια αβίαστη χάρη, σαν να περπατούσε από επιλογή, ενώ μπορούσε να πετάξει. "Κάπως έτσι πρέπει να ήταν οι θεές", σκέφτηκε κάπως κοινότοπα, "Μα ήταν θεά!" θυμήθηκε πού είχε ξαναδεί αυτά τα χαρακτηριστικά, ένα βιβλίο τέχνης, Μποτιτσέλι! Η γέννηση της Αφροδίτης! Καθώς πλησίαζαν περισσότερο τράβηξε το βλέμμα του από πάνω της και το κάρφωσε στο βάθος του δρόμου.

Πριν προσπεράσουν ο ένας τον άλλο, εκείνη έστριψε για να διασχίσει το δρόμο και είδε την υπέροχη πλάτη της και την κίνηση των γοφών της. Αισθάνθηκε σαν να είχε βυθίσει ήδη το σπαθί στο στομάχι του. Το αίμα του παλλόταν δυνατότερα στις φλέβες του μετά από αυτή τη συνάντηση, η αδρεναλίνη είχε αυξηθεί στο αίμα του, τελικά ίσως αυτό να τον διευκόλυνε. Άρχισε να ανεβαίνει στο μονοπάτι του Λυκαβηττού. Συναντούσε κόσμο, ζευγάρια, αλλά ήξερε ότι στο μυστικό σημείο του θα ήταν μόνος. Κάποια στιγμή, ενώ δεν τον έβλεπε κανένας, βγήκε από το μονοπάτι, γλίστρησε λίγο προς τα κάτω, έστριψε και βρέθηκε πίσω από κάτι βράχια. Εδώ ήταν αθέατος από όσους περπατούσαν στο μονοπάτι. Κάθισε σε ένα βράχο και έμεινε να κοιτάζει την πόλη που απλωνόταν μπροστά του στα χρώματα του δειλινού.

Η Ακρόπολη στο βάθος ήταν μαγευτική. Πήρε μερικές βαθιές ανάσες και προσπάθησε να αδειάσει από κάθε σκέψη. Αφέθηκε να απολαύσει και την παραμικρή αίσθηση, ήταν ακόμη ζωντανός, σίγουρα δεν μπορούσε να κάνει κάτι καλύτερο; Σίγουρα δεν υπήρχε ελπίδα; Μήπως η απόφασή του δεν ήταν παρά αποτέλεσμα μιας παροδικής χημικής ανισορροπίας στον εγκέφαλό του; Μήπως είχε αυτοεγκλωβιστεί σε ένα φαύλο κύκλο αρνητικότητας; Πόσο καλύτερα αισθανόταν τώρα, δεν θα μπορούσε, από αύριο κιόλας, να ξεκινήσει κάτι καλύτερο; Ήταν σίγουρος πως έπρεπε να το κάνει αυτό; Τώρα αισθανόταν δυνατός, η ζωή έμοιαζε πιο εύκολη. Αμέσως μετά όμως σκέφτηκε το γυρισμό του στο σπίτι, το μικρό διαμέρισμα, τη μυρωδιά της πολυκατοικίας, τους δαίμονες που θα τον στοίχειωναν πάλι μέσα σε εκείνους τους τοίχους, τη Δευτέρα που θα έψαχνε για δουλειά, το νοίκι που έπρεπε να πληρωθεί, το ελληνικό όνειρο που είχε απαρνηθεί - θέση στο δημόσιο και κινητό με κάμερα.

Τα χρώματα του ηλιοβασιλέματος ήταν μαγευτικά, τα οπτικά εφέ της ρύπανσης. Άνοιξε το σάκο του, έβγαλε και έστρωσε στο χώμα μια λευκή πετσέτα και γονάτισε πάνω της, απόθεσε μπροστά του στο σπαθί, μέσα στη θήκη του. Έβγαλε το κοντομάνικο μπλουζάκι, το δίπλωσε σχεδόν τελετουργικά και το έβαλε στο σάκο. Πήρε ένα διπλωμένο λευκό ύφασμα και το έβαλε προσωρινά κάτω από το γόνατό του για να μην παρασυρθεί από κάποιο ξαφνικό φύσημα του αέρα. Έπιασε το σπαθί με τα δύο του χέρια και το κράτησε παράλληλα με το έδαφος, ψηλά, στο ύψος των ματιών του. Τράβηξε το σπαθί έξω από τη θήκη και η λεπίδα άστραψε δαιμονικά. Την τύλιξε προσεκτικά πολλές φορές με το ύφασμα, αφήνοντας ακάλυπτο μόνο ένα τμήμα μήκους δέκα έως δεκαπέντε εκατοστών στην άκρη της. Έπιασε το σπαθί από το τμήμα της λεπίδας που καλυπτόταν από το ύφασμα και το ακούμπησε στο υπογάστριό του, στην αριστερή πλευρά του, σκοπεύοντας να το καρφώσει εκεί και να το σύρει προς τα δεξιά. Χαμογέλασε, έριξε μια τελευταία ματιά και έκλεισε τα μάτια του. Ένα, δύο…

Ξαφνικά, μία στιγμή πριν να σπρώξει μέσα του τη λεπίδα, αντιλήφθηκε κίνηση σε κάτι θάμνους, στα δεξιά του. Το τελευταίο πράγμα που ήθελε ήταν να τον βρει κάποιος και να τον μεταφέρει σε κάποιο νοσοκομείο. Προσπάθησε να δει και να ακούσει προσεκτικά. Η παρουσία του μάλλον δεν είχε γίνει αντιληπτή ακόμη, αλλά είδε τους θάμνους να σείονται και άκουσε χυδαίες βρισιές. Πρώτα μια ανδρική φωνή "Έλα δω μωρή πουτάνα! Πού νομίζεις ότι πας να ξεφύγεις;!", μετά μια γυναικεία φωνή "Άσε με! Σε παρακαλώ άσε με! Σε ικετεύω!", ξανά ο άνδρας "Άστα αυτά μωρή! Ξέρω ότι το θέλεις! Έλα δω! Άνοιξε τα σκέλια σου!". Ακολούθησαν πνιχτοί ήχοι πάλης καθώς ο άνδρας μάλλον προσπαθούσε να ακινητοποιήσει το θύμα του.

Αισθάνθηκε να καταλαμβάνεται από οργή, η επιθυμία του να πάρει τη ζωή του μετατράπηκε σε ανθρωποκτόνο μανία. Τίποτα δεν μισούσε περισσότερο από το βιασμό, κάθε μορφής και είδους. Πετάχτηκε πάνω σαν ελατήριο και ξετύλιξε το ύφασμα από τη λεπίδα του ξίφους. "Θα πάρω παρέα μαζί μου!" σκέφθηκε και όρμησε σαν μανιασμένος κάπρος νοιώθοντας ήδη την οσμή του αίματος στα ρουθούνια του και σφυριά να κτυπάνε στα μηλίγγια του. Τέρμα οι φραγμοί! Τέρμα τα κιγκλιδώματα! Αυτή η λεπίδα διψάει για αίμα!

Όρμησε μέσα στους θάμνους, με το σπαθί στο χέρι, και εκεί, είδε τον άνδρα, που είχε κατεβάσει τα παντελόνια του και φαινόντουσαν τα αισχρά οπίσθιά του, ξαπλωμένο πάνω σε μια γυναίκα που πάλευε μάταια να ξεφύγει. Με τα χέρια του είχε ήδη ανεβάσει ψηλά τη φούστα της και πάλευε να εισχωρήσει μέσα της. Μπροστά σε αυτό το πρωτόγνωρο θέαμα, ο Κώστας ένοιωσε ένα νέο κύμα οργής. Για μια στιγμή σκέφτηκε να καρφώσει κατευθείαν τη λεπίδα του ανάμεσα σε αυτά τα αισχρά οπίσθια, όπως ο Ούθερ Πέντραγκον είχε καρφώσει κάποτε το ιερό σπαθί εξκάλιμπερ μέσα στο βράχο για να το σύρει από εκεί αργότερα ο γιος του, ο Αρθούρος. Πετάχτηκε μπροστά, αλλά την τελευταία στιγμή, έβαλε απλώς την κοφτερή λεπίδα κάτω από το λαιμό του άνδρα, πιέζοντάς την στην καρωτίδα του.

"Καλησπέρα! Μάντεψε ποιος θα χάσει το κεφάλι του!" ούρλιαξε. Η γυναίκα έβγαλε μια πνιχτή κραυγή, ο άνδρας προφανώς υπέστη κάποιο σοκ διότι δεν έβγαζε λέξη από το στόμα του. Τον κοιτούσε απλώς με ανοικτό στόμα και γουρλωμένα μάτια, έτσι, όπως στεκόταν από πάνω του, γυμνός από τη μέση και πάνω, με το σπαθί στο χέρι, αναμαλλιασμένος, με τα αγκάθια των θάμνων μέσα από τους οποίους όρμησε να έχουν αφήσει ματωμένες γραμμές πάνω στο σώμα του. Ο Κώστας κοιτούσε αγριεμένος, προσπαθώντας να αποφασίσει πώς θα τιμωρούσε αυτό τον άνδρα, θα ήθελε να του κόψει τα αρχίδια με μια σπαθιά, αλλά αυτό ήταν μάλλον πέρα από τις ικανότητές του, ίσως να αρκούσε απλώς να τον κατακρεουργήσει. "Κυρία μου, εσείς καλύτερα να φύγετε, θα φροντίσω εγώ αυτό το σκουπίδι!" είπε στη γυναίκα με κάποιο στόμφο.

Μετά από λίγες στιγμές, ο άνδρας προσπάθησε μάταια να ψελλίσει κάτι, ο φοβερός βιαστής ήταν τώρα ένα μίζερο, φοβισμένο ανθρωπάκι. Η γυναίκα όρθωσε βιαστικά τον κορμό της και τραβήχτηκε προς τα πίσω χειρονομώντας ικετευτικά και κλαίγοντας. Ήταν αυτή που μίλησε τελικά πρώτη "Όχι! Όχι! Μην τον πειράξεις! Σε παρακαλώ! Δεν είναι αυτό που νομίζεις! Είναι ο άντρας μου! Είναι το παιχνίδι μας αυτό! Μηηηηη!" Ο Κώστας έμεινε αποσβολωμένος.

Λίγο αργότερα, τους κοιτούσε καθώς απομακρύνονταν αγκαλιασμένοι σφιχτά, σε κατάσταση σοκ ακόμη, παρηγορώντας ο ένας τον άλλο. Έπιασε με το αριστερό χέρι το πρόσωπό του, κρατώντας ακόμη το σπαθί στο δεξί. Πήρε μερικές βαθιές ανάσες. Έσπασε το σπαθί στους βράχους, φόρεσε το κοντομάνικο, πήρε το σάκο και άφησε πίσω του το λόφο ενώ είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Παρακάτω, έσχισε την επιστολή και την έριξε σε ένα καλάθι απορριμμάτων. Έκανε να πετάξει και το σάκο σε ένα κάδο, αλλά σκέφθηκε ότι μπορεί να του φαινόταν χρήσιμος. Τελικά, ίσως τρεις -τέσσερις μέρες σε ένα νησί να μην ήταν τόσο άσχημη ιδέα.

Γέλασε, είχε απαλλαγεί τουλάχιστον από τη μίζερη δουλειά του στο υπουργείο! Κοίταξε γύρω του. Το βράδυ της Παρασκευής είναι πάντα τόσο μαγικό, εξάλλου ο βαρκάρης περιμένει πάντα!

ΖΕΥ ΠΑΤΕΡ, ΑΛΛΑ ΣΥ ΡΥΣΑΙ ΥΠ' ΥΕΡΟΣ ΥΙΑΣ ΑΧΑΙΩΝ, ΠΟΙΗΣΟΝ Δ' ΑΙΘΡΗΝ, ΔΟΣ Δ' ΟΦΘΑΛΜΟΙΣΙΝ ΙΔΕΣΘΑΙ· ΕΝ ΔΕ ΦΑΕΙ ΚΑΙ ΟΛΕΣΣΟΝ, ΕΠΕΙ ΝΥ ΤΟΙ ΕΥΑΔΕΝ ΟΥΤΩΣ.[1]
Ιλιάδα (Ρ 645)

[1] Δία πατέρα, απάλλαξε τους γιους των Αχαιών από το σκοτάδι, κάνε να βγει ο ήλιος, άσε τα μάτια μας να δούνε και μέσα στο φως σκότωσέ μας, αφού αυτό σε ευχαριστεί.

Σάββατο, Ιουνίου 10, 2006

Γκρικ Χαρακίρι - μέρος 2ο


Είχε σκοτεινιάσει πια. Προσπάθησε να διακρίνει κάποιο αστέρι στον ουρανό, παντού μια γκρι ομοιομορφία. Σταμάτησε έξω από ένα θερινό κινηματογράφο, έπαιζε το "Χαρακίρι" του Κομπαγιάσι, κλασσική ασπρόμαυρη ταινία εποχής, με σαμουράι, μια ευκαιρία να ξεχάσει για λίγο την οδύνη της ύπαρξής του. Έκοψε εισιτήριο και μπήκε μέσα.

Δωρική λιτότητα στην αφήγηση, υπόθεση αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, ύβρις και κάθαρση, ουσία, συγκίνηση, μαγεία χωρίς κανένα εφέ. Οι ηθοποιοί σε έκαναν να πιστέψεις ότι ζούσαν τα πάθη τους, χωρίς υπερβολές όπως σε σύγχρονες κινεζικές ταινίες που έχουν επαινέσει οι κριτικοί, με ανθρώπους που πετάνε από δέντρο σε δέντρο και κτυπιούνται με χάρη. Όταν το έργο τελείωσε, η επαναφορά στην πραγματικότητα τον έκανε να πάρει μια απόφαση. Θα έδινε τέλος σε όλα. Δεν είχε καμία όρεξη να συνεχίζει να μασάει αυτή τη μπουκιά που δεν πήγαινε κάτω με τίποτα. Αφού δεν μπορούσε να εξαφανίσει τον κόσμο, θα εξαφάνιζε τον εαυτό του, το ίδιο ήταν. Δεν είχε σημασία ακόμη και αν υπήρχε κάποιο μυστικό νόημα σε όλα αυτά, αυτό που ζούσε τώρα δεν μπορούσε να το ανεχθεί άλλο και αυτό αρκούσε για την απόφασή του.

Πέρασε έξω από τη βιτρίνα ενός καταστήματος με απομιμήσεις παλαιών όπλων. Ένα ιαπωνικό ξίφος κατάνα είχε κεντρική θέση στη βιτρίνα. Χαμογέλασε. Θα έπρεπε να περάσει από εδώ αύριο το πρωί. Η "έξοδός" του, όπως την ονόμασε, θα φρόντιζε να είναι κάτι διαφορετικό. Δεν ήθελε να πάρει χαπάκια ή να ανοίξει τις φλέβες του κάποια στιγμή που θα έλειπε η μητέρα του για να τον βρει αργότερα μέσα στο μίζερο διαμερισματάκι. Σπαθί, ηλιοβασίλεμα, το αγαπημένο του μυστικό σημείο στις πλαγιές του Λυκαβηττού, όπου συνήθιζε να ρεμβάζει στις μοναχικές βόλτες του. Τουλάχιστον σε αυτή, την τελευταία πράξη του, θα ήταν ο απόλυτος κύριος της κατάστασης, όλα θα γίνονταν με τη δική του αισθητική, είχε πλέον ένα σχέδιο και ένα σκοπό. Τον εξέπληξε όταν κατάλαβε ότι είχε αρχίσει να αισθάνεται καλύτερα, πραγματικά, χαμογελούσε μόνος του, οι περαστικοί που συναντούσε απέφευγαν να περάσουν από κοντά του. Χαμογέλασε ακόμη πιο πλατιά.

Έφτασε αργά στο σπίτι. "Εσύ είσαι Ντίνο μου;" ακούστηκε η φωνή της μητέρας του. "Ναι εγώ είμαι", απήντησε, "μια βόλτα πήγα και κινηματογράφο". Η τηλεόραση ήταν ανοικτή, όπως κάθε βράδυ, διαφημίσεις, ένας γυναικείος κώλος παλλόταν συνδεδεμένος με ηλεκτρόδια, ένα φανταστικό προϊόν αδυνατίσματος. "Έχει φαγητό στην κουζίνα," είπε η μητέρα του, "εσύ να είσαι καλά Κωστάκη μου και όλα θα πάνε καλά". "Ναι μάνα, όλα θα πάνε καλά, θα αρχίσω να ψάχνω για δουλειά από αύριο". Εκείνη χαμογέλασε με αυτό το χαμόγελο που τον έκανε να θέλει να δακρύσει. Της χάιδεψε το κεφάλι, "Πάω να ξαπλώσω, θα πας αύριο το πρωί στον πατέρα;" "Ναι Ντίνο μου, να ανάψω το καντηλάκι". Έστρεψε βιαστικά το κεφάλι του και απομακρύνθηκε γρήγορα.

Ο πατέρας του είχε "φύγει" χωρίς να προλάβει να πληρωθεί ούτε μία σύνταξη ο ίδιος, δουλειά από τα εφηβικά του χρόνια, μοναδική του χαρά ήταν ο γιος του. Ένας ήσυχος υποχωρητικός άνθρωπος που έκανε όμως το παν για την οικογένειά του, με συγγενείς και φίλους να τον κοροϊδεύουν για την εντιμότητά του, ή τη δειλία του όπως πίστευαν εκείνοι, και ίσως να είχαν δίκιο εν μέρει. Δεν ήταν "μάγκας", δεν ήταν "αϊτός", δεν ήταν "ροκ" από γεννησιμιού του, όπως όλοι οι άλλοι Νεοέλληνες. Πολλές φορές είχε πληγωθεί σαν παιδί βλέποντας άλλους να τσαλακώνουν εκείνο τον άνθρωπο, να του συμπεριφέρονται σαν να ήταν ηλίθιος περιμένοντας από αυτόν να υποχωρεί για να κάνουν αυτοί ό,τι τους βόλευε. Εκείνος όμως καταλάβαινε τι συνέβαινε, ο γιος του είχε μάθει να αντιλαμβάνεται τη σιωπηρή κραυγή "Δεν είμαι ηλίθιος, απλώς δεν σας αντέχω, πάρτε ό,τι θέλετε και φύγετε!", εκείνο το σφίξιμο των μυών του προσώπου, το σφίξιμο της καρδιάς. Τι νόημα είχε αυτή η ζωή; Δεν θα άφηνε να συμβεί αυτό και σε εκείνον. Το βέλος είχε φύγει από το τόξο.

Τη νύκτα είδε ένα όνειρο. Όλα ήταν σκοτεινά γύρω του, ήταν στη μέση μιας καταιγίδας. Ο αέρας έκανε ένα θόρυβο σα μανιασμένος δράκος και εκείνος βρισκόταν στην άκρη μιας πολύ ψηλής προκυμαίας με τον αέρα να τον σπρώχνει προς τη θάλασσα, προς το χάος, ενώ κάτω του έβλεπε μόνο τους αφρούς των κυμάτων. Πάνω του ο ουρανός ήταν μαύρος, αλλά στο βάθος, στον ορίζοντα, υπήρχε μια γκρι-ασημί απόκοσμη λάμψη. Ήταν σε κατάσταση πανικού. Κρατιόταν με τα χέρια του με όση δύναμη είχε από κάτι κιγκλιδώματα πίσω του, μέχρι που ξύπνησε. Το πρώτο του συναίσθημα ήταν απογοήτευση. Μετάνιωσε που δεν αφέθηκε στον αέρα, ήταν σίγουρος πως δεν θα έπεφτε στα κύματα, θα παρασυρόταν σα νάιλον πλαστική σακούλα στις ακτές που βρίσκονταν πέρα από εκείνο τον ορίζοντα.

Το πρωί πέρασε από το κατάστημα με τα ξίφη. Το κατάνα που είχε δει ήταν, φυσικά, ένα αντίγραφο. Ήταν πάντως από ανοξείδωτο χάλυβα, με λιτή μαύρη διακόσμηση και θήκη. Θα έπρεπε να το ακονίσει, σκέφτηκε, καθώς το περιεργαζόταν. Πλήρωσε και έφυγε. Πριν να επιστρέψει στο σπίτι αγόρασε και έναν ταξιδιωτικό σάκο όπου έβαλε μέσα το ξίφος. Εάν τον έβλεπε η μητέρα του καθώς θα έμπαινε στο σπίτι, θα έλεγε ότι σκόπευε να πάει για τρεις - τέσσερις μέρες σε κάποιο νησί, όπως συχνά τον παρότρυνε και εκείνη. Είχε χρόνια να πάει διακοπές, ακόμη και τότε υπέφερε, οι κράχτες, τα άπληστα χαμόγελα των καταστηματαρχών, η χρέωση για τη στρόφιγγα του ντους στην παραλία, γέλασε από μέσα του, το είχε δει και αυτό, η άψογη αισθητική των σπιτιών της ελληνικής επαρχίας, με τις κολώνες να προεξέχουν από πάνω σαν ακρωτηριασμένα μέλη, για να κτιστεί κάποτε το σπίτι-προίκα της κόρης (ή του γιου). Πόσο η ασχήμια καταστρέφει τα πάντα.

Τις επόμενες μέρες έκανε πως έψαχνε για δουλειά. Πράγματι, κοιτούσε αγγελίες και έστελνε βιογραφικά, αλλά αυτό που τον ενδιέφερε ήταν να ακονίσει το ξίφος όσο πιο γρήγορα μπορούσε, όταν η μητέρα του έλειπε από το σπίτι. Ήταν καλοφτιαγμένο, το περιεργαζόταν σαν ένα αγαπημένο εργαλείο και κάθε φορά το έκανε πιο κοφτερό με το ακόνι. Ήξερε ότι το σεπούκου, το οποίο ειρωνικά αποκαλείται χαρακίρι, είναι ένας εξαιρετικά επώδυνος και αργός θάνατος. Ωστόσο, αυτό δεν τον πτοούσε, πίστευε ότι άξιζε μια τιμωρία. Στο κάτω - κάτω, πρόδιδε τον εαυτό του, όπως πίστευε ότι έκανε και στα προηγούμενα χρόνια της τριανταδυάχρονης ζωής του. Εάν το πράγμα τραβούσε πολύ, θα έβρισκε κάποιο τρόπο να σπρώξει τη λεπίδα μέσα από το διάφραγμα προς την καρδιά του, ρίχνοντας ίσως το βάρος του πάνω της. Δεν είχε βοηθό όπως οι περισσότεροι σαμουράι, που θα του έκοβε το κεφάλι μετά από την πρώτη τομή.

Τις λίγες μέρες που μεσολάβησαν μέχρι να ετοιμάσει το ξίφος του και να ετοιμαστεί και ο ίδιος έδειχνε χαρούμενος. Η μητέρα του κατάλαβε την αλλαγή. "Μπράβο Κωστάκη μου, έτσι θέλω να σε βλέπω, χαρούμενο." Εκείνος χαμογελούσε συγκρατημένα, έλεγε ότι ήταν αισιόδοξος ότι θα βρει σύντομα δουλειά, αλλά σκεπτόταν τι θα γινόταν η μητέρα του μετά από την "έξοδό" του. Είχε γράψει μια απλή επιστολή που θα έβρισκαν μέσα στο σάκο του όταν θα ανακάλυπταν το σώμα του, έγραφε ότι την αγαπούσε, ότι δεν υπήρχε τίποτα που θα μπορούσε να είχε κάνει για να του αλλάξει απόφαση... αλλά ήξερε ότι ελάχιστη σημασία θα είχαν όλα αυτά για εκείνη.

Το αποφάσισε για το βράδυ της επόμενης Παρασκευής. Ήταν η αγαπημένη του ώρα της εβδομάδας. Η αγαπημένη ώρα κάθε μισθωτού. Το σαββατοκύριακο όλο μπροστά σου, μια ευκαιρία να αισθανθείς ότι δεν είσαι μόνο ένα γρανάζι, απεριόριστες δυνατότητες, που συνήθως μένουν μόνο δυνατότητες, μια αίσθηση ευφορίας στην οποία ακόμη και εκείνος δεν μπορούσε να αντισταθεί. Όλα φαίνονται καλύτερα το βράδυ της Παρασκευής, ακόμη και ο εαυτός σου.

Συνεχίζεται (στο επόμενο το τέλος)

Παρασκευή, Ιουνίου 09, 2006

Γκρικ Χαρακίρι - μέρος 1ο

Αυτό το διήγημα γράφτηκε πριν από ένα χρόνο. Είναι εντελώς φανταστικό.

"Τι εννοείς παραιτήθηκες;! Κανένας δεν παραιτείται από το Δημόσιο! Ξέρεις πόσες κατουρημένες ποδιές φιλήσαμε για να μπεις εκεί μέσα; Ξέρεις πόσοι θα έκαναν τα πάντα για να βρίσκονται στη θέση σου;"
"Λυπάμαι, αλλά απλά δεν μπορούσα άλλο εκεί μέσα…" απάντησε ψυχρά, με απλανές βλέμμα.
Η μητέρα του έπεσε στην πολυθρόνα κρατώντας το κεφάλι της ανάμεσα στα χέρια της "τι θα κάνω… τι θα κάνω… τόσο αγώνα έκανε ο συχωρεμένος ο πατέρας σου για να σου εξασφαλίσει αυτή τη θέση… πώς θα πληρώνουμε το νοίκι τώρα; Η σύνταξη μόλις που φτάνει… τι θα τρώμε…"
Ήταν Ιούλιος, δύο η ώρα το μεσημέρι, είχε επιστρέψει με τα πόδια από το γραφείο, το πουκάμισο κολλούσε πάνω του και τα χείλη του είχαν σκάσει από τη ζέστη και την υπερένταση. Τη λυπόταν πολύ αυτή την εύθραυστη γυναίκα που τον φρόντιζε συνέχεια, σπάραζε μέσα του, σκεπτόταν τον πατέρα του και ένοιωθε ότι ο αέρας γύρω του ήταν φλεγόμενη κηροζίνη που του έτρωγε τις σάρκες, μακάρι να ήταν, αυτό ήθελε, μισούσε κάθε ανάσα που έμπαινε στα πνευμόνια του, μισούσε τη ζωή. Άρχισε να ουρλιάζει "Εκεί μέσα ήταν βόθρος! Τους μισώ όλους! Κοιλαράδες, διεφθαρμένοι καρεκλοκένταυροι, τύραννοι! Κυράτσες! Τσογλαναράδες και χοντρές πουτάνες! Προτιμούσα να σκοτώσω ή να σκοτωθώ παρά να μείνω εκεί μέσα άλλη μια μέρα!"

Πώς γίνεται να έχεις γεννηθεί σε ένα τόπο, να ζεις συνέχεια σε αυτόν και όμως, να αισθάνεσαι συνέχεια ξένος, εξωγήινος, να μιλάς και να μη σε καταλαβαίνει κανείς, να σου μιλούν και να μην καταλαβαίνεις κανένα. Η μητέρα του συνέχιζε να κλαίει ζαρωμένη στην πολυθρόνα, επαναλαμβάνοντας συνεχώς "γιατί… γιατί… Παναγία μου". Έμεινε ακίνητος να την κοιτάει. Αισθανόταν ότι ήταν μια απογοήτευση για τους γύρω του. Την πρώτη φορά που αισθάνθηκε έτσι ήταν όταν απέτυχε στις πανελλαδικές εξετάσεις, δεν ήταν ότι δεν του άρεσε να διαβάζει, το αντίθετο, αρκεί να μην ήταν τα μαθήματά του, αρκεί να μην ήταν κάτι που του θύμιζε εκείνη τη φυλακή με τα ψηλά κιγκλιδώματα και τη τσιμεντένια αυλή που λεγόταν σχολείο, τους αξύριστους, συμπλεγματικούς, κορτάκηδες καθηγητές των κλαδικών (με ελάχιστες εξαιρέσεις, είναι οι καλές εξαιρέσεις που χαλάνε την εικόνα κάθε επαγγέλματος) και τα τσιράκια τους, τους αγαπημένους τους μαθητές με το μάγκικο ύφος που τον έκαναν κατά καιρούς στόχο των πειραγμάτων τους. Ήταν ήσυχος και ιδανικός για αυτή τη δουλειά, πάντα ένα ξένο σώμα. Από κάπου άρχισε να ακούγεται δυνατά μια κακοφωνία "γιου αρ δι ουάν! Μάι νάμπερ ουάν!".

Αισθάνθηκε για άλλη μια φορά να παγώνει μέσα του, ένοιωσε τις φλέβες στους κροτάφους του να πάλλονται. Γύρισε και είδε το εικονοστάσι με το καντηλάκι που έκαιγε. Μέσα ήταν τα στέφανα των γονιών του. Σήκωσε μια πορσελάνινη κούκλα, από αυτές που αγόραζε η μητέρα του, θαρρείς για να έχει κάτι να ξεσκονίζει, και το εκσφενδόνισε με δύναμη. Ένας θόρυβος και εκατοντάδες θραύσματα σκορπίστηκαν στο πάτωμα, μαζί με μερικά εικονίσματα και τα στέφανα. Το φυτίλι του καντηλιού έσβησε και το λάδι έρεε πάνω στο παρκέ. Έμεινε πετρωμένος. Η μητέρα του σηκώθηκε, ψέλλισε ένα "δεν πειράζει Κωστάκη μου, εσύ να είσαι καλά", γονάτισε στωικά στο πάτωμα και άρχισε να μαζεύει, συνεχίζοντας να επαναλαμβάνει "γιατί… γιατί… Θεέ μου… γιατί Παναγία μου".

Μόνο καλά δεν ήταν, ένοιωθε κενός και η φωτιά γύρω του φούντωνε. Οι ενοχές τον έπνιγαν, ας είχε βρει τουλάχιστον το θάρρος να βάλει τέρμα σε όλα αυτά νωρίτερα, να μην κάνει και άλλους να υποφέρουν μαζί του… ήξερε βέβαια ότι αν είχε κάνει κάτι τέτοιο θα ήταν σαν να είχε καρφώσει ένα μαχαίρι στη μητέρα του… οι ενοχές… όλα οδηγούσαν σε αδιέξοδο, δεν ήλεγχε τίποτα. Αισθανόταν τη ζωή του σαν μια τσίχλα που από καιρό είχε χάσει τη γεύση της, αλλά έπρεπε να συνεχίσει να τη μασάει, ποιος ξέρει για πόσο ακόμη, ή σαν ένα μεγάλο μακροβούτι που τον είχε αφήσει χωρίς αέρα, μια ελεύθερη ανάσα ήθελε μόνο. "Θα βγω έξω" είπε σιγά. Έκλεισε την πόρτα πίσω του και ένοιωθε ότι καθώς περπατούσε άφηνε πίσω του ένα μονοπάτι από σταγόνες αίματος.

Η πολυκατοικία μύριζε αποπνικτικά. Κατέβηκε με τη σκάλα. Ακουγόταν τώρα άλλο τραγούδι "…ο τέλειος ο άντρας, ο άντρας ο σωστός, ο πρόστυχος…". Από ένα διαμέρισμα του ισογείου άκουσε δυνατές φωνές σε μια άγνωστή του γλώσσα, δυνατά, χυδαία γέλια και λαρυγγισμούς. Δεν μιλούσε ούτε στους αλλοδαπούς ούτε στους ημεδαπούς κατοίκους της πολυκατοικίας, τους περιφρονούσε όλους. Βγήκε έξω. Από το παράθυρο του υπόγειου διαμερίσματος, ή μάλλον της αποθήκης που ο επιτήδειος ιδιοκτήτης είχε μετατρέψει σε διαμέρισμα και είχε ενοικιάσει σε μια πενταμελή οικογένεια από κάποια ασιατική χώρα, ακουγόταν το κλάμα ενός μωρού που μάλλον υπέφερε από τη ζέστη. Περπάτησε στο στενό, πρόσεξε το θαλασσί πουκάμισό του που ήταν γεμάτο με κηλίδες ιδρώτα. Πρέπει να είχε ελεεινή εμφάνιση, τόσο ελεεινή όσο ήταν και η ψυχολογική του κατάσταση. Σήκωσε τα μάτια του στη στενή λωρίδα ουρανού ανάμεσα από τις πολυκατοικίες, από τα μπαλκόνια έσταζαν τα νερά των κλιματιστικών. Άκουσε ένα νιαούρισμα στα πόδια του. Ήταν η μικρή γάτα στην οποία συνήθιζε να δίνει σχεδόν κάθε πρωί το σαλάμι από τα σάντουιτς που του έφτιαχνε η μητέρα του για το γραφείο. Στενοχωρήθηκε που δεν είχε κάτι να της προσφέρει. Έκανε να απλώσει το χέρι του να τη χαϊδέψει, αλλά μια παρέα κοριτσιών που πέρασε από δίπλα έκανε το ζώο να τρομάξει και να τρέξει να χωθεί κάτω από ένα αυτοκίνητο.

Περπατούσε στους δρόμους της πόλης χωρίς σκοπό, ο αέρας κυμάτιζε σαν νερό πάνω από την καυτή άσφαλτο. Περνώντας από ένα φανάρι, ένας οδηγός που παραβίασε το κόκκινο και παραλίγο να πέσει πάνω του του πέταξε μια βρισιά καθώς απομακρυνόταν. Τρελάθηκε, άρχισε να τρέχει για να τον προλάβει, αλλά δεν τα κατάφερε. Σήκωσε το βλέμμα του, οι περαστικοί που σίγουρα τον κοιτούσαν πριν, τώρα κοιτούσαν αλλού. Συνέχισε να περπατάει κοιτάζοντας με το ίδιο απλανές βλέμμα που είχαν και οι άλλοι γύρω του. Έχασε κάθε αίσθηση του χρόνου, κοιτούσε τις βιτρίνες μόνο και μόνο για να έχει κάτι άλλο να σκέπτεται πέρα από τον εαυτό του, αποφασίζοντας για προϊόντα που δεν είχε σκοπό να αγοράσει ποτέ. Ενδιάμεσα έκανε αναδρομή στα προηγούμενα χρόνια της ζωής του, προσπαθώντας να πιάσει το νήμα από τις πρώτες του αναμνήσεις, ξαναζούσε τις δραματικές στιγμές όταν κοντά στα είκοσί του έχασε τον πατέρα του. Πού και πού αισθανόταν να τον ερεθίζει κάποια δυσάρεστη οσμή, από αυτές που είναι τόσο συνηθισμένες στην πόλη το καλοκαίρι.

Συνεχίζεται (αν το βαριέστε, πείτε να το σταματήσω).