Δευτέρα, Οκτωβρίου 29, 2012
Παρα-λογισμός
Πέμπτη, Δεκεμβρίου 02, 2010
Ο Sniper*
. Κανένας δεν τον βλέπει, μα όλοι αισθάνονται την παρουσία του. Αθέατος, κρυμμένος, παραλλαγμένος, κτυπά από μεγάλη απόσταση και ξαφνικά τα θύματά του. Βλέπεις τον διπλανό σου να πέφτει και τρέχεις να καλυφτείς. Ο sniper βγάζει στην επιφάνεια την αληθινή φύση του καθενός, είτε είναι θύμα που έχει επιζήσει είτε κάποιος που βρίσκεται κοντά εκεί που επέλεξε να κτυπήσει.
.
Βλέπεις έναν πληγωμένο να κοιτάει αν ο κοντινός του είναι εντάξει, άλλον πληγωμένο να βρίζει και να ουρλιάζει απαιτώντας εδώ και τώρα βοήθεια, άλλον να αποδέχεται καρτερικά τη μοίρα του και να προσμένει υπομονετικά σωτηρία ή λύτρωση, άλλον με ένα «γιατί σε εμένα;» ζωγραφισμένο στο πρόσωπο, κάποιοι ελάχιστοι με ένα στωικό μειδίαμα που δείχνει ότι καταλαβαίνουν το «και γιατί όχι σε μένα;».
.
Από τους παρισταμένους, βλέπεις άλλον να τρέχει να καλυφθεί αδιαφορώντας εντελώς για τον κοντινό του, τον φίλο, τον συγγενή που έπεσε ή λαβώθηκε, άλλον να αψηφά τον κίνδυνο και να προσπαθεί να προσφέρει ό,τι βοήθεια μπορεί ακόμη και σε κάποιον άγνωστο, άλλον να κατηγορεί τον πληγωμένο για την απροσεξία και την ανευθυνότητά του, γιατί βαραίνει τους άλλους και ίσως γιατί τους εξέθεσε σε κίνδυνο με την προκλητικότητά του.
.
Όταν ο Sniper κτυπάει θανατηφόρα, τα ίδια και χειρότερα για τους κοντινούς στο θύμα. Άλλος πενθεί και αποχαιρετά, άλλος πασχίζει να αρπάξει το ρολόι πριν να προλάβουν οι άλλοι. Καμιά φορά, μάλιστα, μπορεί κάποιος από τους βιαστικούς της αρπαγής να αρπάξει κανένα βόλι και ο ίδιος πάνω στην προσπάθεια, ποτέ δεν ξέρεις με τον Sniper. Ο Sniper πάντα αθέατος, με το πανίσχυρο τουφέκι του και τη οξύτατη όρασή του, αναζητά πίσω από φυλλωσιές και πάνω σε ταράτσες το επόμενο θύμα του. Όλοι συναισθάνονται την παρουσία του και ακόμη και όταν δεν κτυπά, πάλι καθορίζει τη συμπεριφορά μας. Και μην ξεχνάτε, αν δεν τον βλέπετε εσείς, σας βλέπει εκείνος, με το αλάθευτο τουφέκι του.
.
Σας ορκίζομαι, το ποστ δεν είναι δικό μου, μου το υπαγόρεψε ο ίδιος, και δεν θέλω να κοντράρω τον Sniper.
.
* Sniper: Ο ελεύθερος σκοπευτής. Η λέξη προέρχεται από το πτηνό snipe (μπεκατσίνι) και χαρακτηριζόταν έτσι από τους Βρετανούς στην Ινδία τον 19o αιώνα κάποιος κυνηγός ικανός να πετύχει αυτό το πουλί. Επέλεξα τη λέξη για τον ήχο της, σαν σφαίρα που σφυρίζει.
.
Δευτέρα, Απριλίου 05, 2010
Εκείνος και ο εαυτός του
Πολύ καιρό έψαχνε να βρει τον εαυτό του. Παντού έψαχνε, στη δουλειά, στη διασκέδαση, στους έρωτές του, στις συναναστροφές του, στα διαβάσματά του, σε ταξίδια. Καμιά φορά τον έβλεπε από μακριά και τον έστρωνε στο κυνήγι. Έτρεχε ξοπίσω του, προσπαθούσε να τον πιάσει, μα ο εαυτός του τον περιγελούσε μόνο και μετά χανόταν. «Έλα εδώ, είσαι εγώ!» του φώναζε απελπισμένα.
.
Κάποια στιγμή βαρέθηκε. «Δεν θα ασχολούμαι συνέχεια με αυτό τον αναιδή ανόητο.» σκέφτηκε. «Θα κάθομαι εδώ, στη σιωπή και στη γαλήνη, μισή ώρα κάθε μέρα, και ας κάνει ό,τι θέλει ο τρελάρας.» Κάθισε ακίνητος σε ένα σκαμνάκι και προσπάθησε να ξεχάσει τον εαυτό του. Ο εαυτός του, που διασκέδαζε με όλο αυτό το κρυφτό και το κυνηγητό, δεν ευχαριστήθηκε πολύ από αυτή την εξέλιξη. «Νομίζει ότι μπορεί να κάνει χωρίς εμένα; Είμαι εκείνος, χωρίς εμένα είναι ένα τίποτα, ένα μηδενικό.» σκέφτηκε.
.
Αλλά εκείνος συνέχισε να κάθεται και τότε είδε τον εαυτό του να τον κρυφοκοιτάζει πίσω από μια γωνία. Προσποιήθηκε ότι δεν τον έβλεπε. Ο εαυτός του κατσούφιασε «Θα του δείξω του παλάβρα ότι δεν μπορεί να κάνει χωρίς εμένα και το ακατάπαυστο κυνηγητό μας.» Ο εαυτός του άρχισε να του κάνει γκριμάτσες, να τον κοροϊδεύει, να τον πειράζει, να κάνει περίεργους ήχους, ακόμη και να τον βρίζει, προσπαθώντας να του αποσπάσει την προσοχή. «Δεν ντρέπεσαι ρε να κάθεσαι έτσι ακίνητος; Δεν έχεις δουλειά να κάνεις;» Άλλες φορές μαλάκωνε και τον έπιανε με το καλό «Γιατί δεν πάμε να ανοίξουμε την τηλεόραση, δεν έχεις απορία να δεις τι έγινε με εκείνη τη σειρά;» ή «Γιατί δεν πάμε ένα σινεμά τα δυο μας;» Άλλες φορές του πρόβαλε φαντασιώσεις «Κοίτα κάτι βυζ*ά ρε, κοίτα κάτι κώ*οι! Εσύ θα κάθεσαι εδώ σαν το κούτσουρο;» ή του θύμιζε έγνοιες «Συμπλήρωσες τη φορολογική σου δήλωση; Είσαι σίγουρος ότι έκλεισες το θερμοσίφωνο;»
.
Εκείνος συνέχιζε να κάθεται και ας επέμενε ο εαυτός του. Ήξερε ότι το μόνο που ήθελε ο εαυτός του ήταν να τον κάνει να σηκωθεί για να ξαναχαθεί πάλι αμέσως και να τον υποχρεώσει να συνεχίσει το μάταιο κυνήγι. Την είχε πατήσει μια-δυο φορές που υπέκυψε στον πειρασμό. Συνέχισε να κάθεται στη σιωπή και ο εαυτός του συνέχισε να του προβάλλει ένα σωρό υποσχέσεις, απειλές, ανόητες διασκεδάσεις, επώδυνες και ευχάριστες αναμνήσεις, με μόνο σκοπό να του τραβήξει την προσοχή, να τον αναγκάσει να σηκωθεί. Κάποιες φορές έφτανε στο σημείο ακόμη και να τον πονάει σε διάφορα μέρη του σώματός του, μέχρι που μια μέρα ο εαυτός του κουράστηκε, βαρέθηκε να προσπαθεί.
.
Εκείνος τον είδε να κάθεται για πρώτη φορά απέναντι του ασάλευτος και έμειναν να κοιτάζονται κατάματα και τότε τον είδε, σιγά, σιγά, να να γίνεται διάφανος και πίσω του να προβάλλει για πρώτη φορά ο κόσμος, τόσο ζωντανός, τόσο πραγματικός όσο δεν τον είχε ξαναδεί ποτέ. Ένοιωσε να κατακλύζεται από μια αίσθηση βαθιάς γαλήνης. Συνειδητοποίησε τότε ότι εαυτός και κόσμος, εαυτός και πραγματικότητα είναι το ίδιο πράγμα και η σκέψη τον τρόμαξε σαν να είχε σταθεί στο χείλος της αβύσσου και να είχε ατενίσει ξαφνικά το κενό, σαν να είχε χάσει το έδαφος κάτω από τα πόδια του, αλλά ήταν παράλληλα και η πιο μαγική, η πιο ζεστή εμπειρία που είχε ποτέ, σαν να είχε ανοίξει τα φτερά του και να είχε πετάξει. Ο εαυτός του πετάχτηκε αμέσως πάνω και έτρεξε τρομαγμένος να κρυφτεί πάλι, αλλά εκείνος χαμογέλασε, «Αύριο πάλι», σκέφτηκε.
Τρίτη, Οκτωβρίου 27, 2009
...and the pursuit of happiness*
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη πηγή δυστυχίας από το κυνήγι της ευτυχίας.Όσα επιτεύγματα και να σωρεύει κάποιος επίδοξος εραστής της ευτυχίας πάντα θα απέχει από το στόχο του, σαν σε ένα εφιάλτη που τρέχεις να φτάσεις κάπου μα όσο και αν τρέχεις δεν φτάνεις ποτέ. Συνήθως, όσο πιο αμάθητος στη στέρηση και στην αποτυχία είναι κάποιος τόσο πιο ευάλωτος θα είναι στην πρώτη αναποδιά, στο πρώτο όχι, όσο ασήμαντα και αν μοιάζουν αυτά σε κάποιον άλλο. Έπειτα, ακόμη και όταν καρφώνεις τη σημαία σου στην κορυφή, αμέσως ξεπροβάλλει πιο πέρα, πάνω από τα σύννεφα, ένα ακόμη πιο ψηλό βουνό και όσο πιο παθιασμένος είσαι, τόσο θα ξεθωριάζουν τα μέχρι τώρα επιτεύγματά σου μπροστά στον νέο στόχο, τόσο θα τρώγεσαι, τόσο θα μελαγχολείς μένοντας μακριά ή περιμένοντας να πραγματοποιήσεις τον νέο στόχο, ξέροντας ότι η αμείλικτη φθορά και ο βλοσυρός θεριστής που φέρνει ο χρόνος σε ακολουθούν. Κακό πράγμα η προσκόλληση, η επιδίωξη της ευτυχίας μέσω..., δηλαδή, ο δρόμος που οι πολλοί ακολουθούν.
Υπάρχει και ένα άλλο μονοπάτι. Η ευτυχία, όπως πολλές γυναίκες, περιφρονεί αυτούς που τρέχουν ξοπίσω της, αλλά συχνά πλησιάζει πικαρισμένη, προσπαθεί να σαγηνεύσει και τελικά δίνεται σε αυτούς που την αγνοούν. Αγνόησέ την, φίλος. Αρνήσου τα όλα. Λέγε συνέχεια στον εαυτό σου ότι δεν σου ανήκει τίποτα, ούτε η περιουσία σου, ούτε οι αγαπημένοι γύρω σου, ούτε όσα έχεις κάνει, καλά ή κακά, ούτε καν το σώμα σου ή η σκέψη σου. Αντί να ρωτάς τη στιγμή του πόνου «γιατί σε εμένα;», θύμιζε στον εαυτό σου «γιατί όχι σε εμένα;». Λέγε συνέχεια μέσα σου ότι η υπόστασή σου είναι μια χούφτα χώμα και λίγο νερό που πήραν μορφή και είναι ήδη στο δρόμο τους για να γίνουν κάτι άλλο. Άσε την ψεύτρα σκέψη και άνοιξε τη συνείδησή σου στον κόσμο, όπως είναι.
Ποθείς την αιωνιότητα, την αθανασία, τη θέωση, ξεχνώντας το πιο μικρό, το πιο ταπεινό συστατικό της ύπαρξης, το μόνο που σου ανήκει: τη στιγμή, το παρόν, το εδώ και τώρα. Η ζωή, ευτυχώς, μας δίνεται σε αυτά τα μικρά πακετάκια, είναι τόσο εύκολο να τα κουβαλήσεις στην τσέπη, μα εμείς επιμένουμε να κουβαλάμε διαρκώς στις αδύναμες πλάτες μας το σακί ολόκληρης τη ζωή μας, αν όχι και όλη την ιστορία, όλο τον κόσμο, ακόμη και φανταστικούς κόσμους πέρα από αυτόν, χάνοντάς τα με αυτό τον τρόπο όλα. Ζούμε με φαντάσματα, βλέπουμε, ακούμε, αγγίζουμε, οσφραινόμαστε, αντιλαμβανόμαστε μόνο φαντάσματα, πλάσματα ενός νου που είναι απλώς το προϊόν κάποιων περιστάσεων. Είναι σαν να κοιτάμε τον κόσμο διαρκώς πίσω από μια γκρι, σκονισμένη κουρτίνα, ένα άθλιο παραπέτασμα που φοβόμαστε να παραμερίσουμε.
Τι ζωή θέλεις να κάνεις καημένε άνθρωπε όταν δεν είσαι ποτέ στο εδώ και στο τώρα; Άσε τα μεγαλεπίβολα και αντί να πασχίζεις για την αιωνιότητα, δες το θησαυρό που κρατάς στο χέρι, το μόνο που σου ανήκει και θα σου ανήκει ποτέ, κατάκτησε τη στιγμή, ξέχνα όλα τα άλλα και ίσως να πάρεις και μια γεύση, ένα κομματάκι τόσο δα, ένα κοψίδι αιωνιότητας, ... the intersection of the timeless with time**. Ο θάνατος και η φθορά είναι εγγενή σε αυτό που είμαστε, όσο πιο πολύ παλεύουμε να ξεφύγουμε από αυτή τη μοίρα, τόσο πιο πολύ μπλέκουμε στα βρόχια της δυστυχίας, σαν τα ψάρια που σπαρταράνε πιασμένα στο δίχτυ, στο υπαρξιακό δίκχτυ. Οι ίδιοι είμαστε ένα παροδικό φαινόμενο, όμοιοι με τη βροχή που πέφτει. Γεννηθήκαμε σε ένα σύννεφο και η ζωή μας είναι η πτώση προς τη γη. Ο άνθρωπος είναι τραγικός. Το «Εγώ ειμί ο Ων» είναι μόνο για το ένα, δηλαδή, για το όλο. Εμείς είμαστε το μερικό, το γίγνεσθαι, αλλά είμαστε και κομμάτι του όλου. Αν θέλουμε να γευθούμε το Ον, δεν πρέπει να παραχωρούμε στο γίγνεσθαι τίποτε περισσότερο από αυτό που του ανήκει, δηλαδή από τη στιγμή, δηλαδή το τίποτα. Είναι ωραίο να γεύεσαι τη γλυκάδα του κενού. Χαρές και λύπες γίνονται ένα μεθύσι, ένας χορός.
Αλλά οι λέξεις δεν βοηθούν πολύ σε αυτά. Θα κλείσω με μια μικρή ζενική ιστοριούλα που είχα διαβάσει πριν από χρόνια.
Περπατούσε κάποιος στην ερημιά, όταν του επιτέθηκε μια άγρια τίγρη. Φτάνοντας στο άκρο ενός γκρεμού, άρχισε να σκαρφαλώνει κάτω αρπάζοντας μια κληματίδα. Πλησιάζοντας κάτω, διαπίστωσε ότι τον περίμενε μια άλλη τίγρη, εξίσου επιθετική με την πρώτη. Κοιτάζει ο ανθρωπάκος πάνω και διαπιστώνει ότι δύο καθάρματα αρουραίοι έχουν αρχίσει και ροκανίζουν την κληματίδα από την οποία κρέμεται. Κοιτάζει τότε στο πλάι και βλέπει μια ωραία, ώριμη, κατακόκκινη, λιμπιστή φράουλα. Χωρίς να σκεφτεί τίποτε άλλο, την κόβει και την βάζει στο στόμα του με μεγάλη απόλαυση. Αυτή είναι η ζωή μας, μια αιώρηση ανάμεσα σε γέννηση και θάνατο. Το θέμα είναι, μπορείς να απολαύσεις τη φράουλα; Μπορείς να γευθείς τη ζουμερή στιγμή ή θα σπαταλήσεις όλη σου τη ζωή σε ελπίδες και φόβους;
* Life, liberty, and the pursuit of happiness (από τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου στη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας των Ηνωμένων Πολιτειών)
** Από τα Τέσσερα Κουαρτέτα, Τ. Σ. Έλιοτ.
Πέμπτη, Μαΐου 21, 2009
Νέοι δρόμοι - Κείμενο διολισθαίνον
Έχω ακούσει κάποιους να αναφέρονται στο οικολογικό κίνημα σαν μια νέα θρησκεία, πρόκειται βέβαια κυρίως για «δύσπιστους», «άπιστους» ή «αλλόπιστους». Προσωπικά, δεν θα είχα κανένα πρόβλημα αν θρησκευτική και οικολογική συνείδηση συναντιόνταν και αν η θρησκευτικότητα εστίαζε στο συνολικό θέμα της παρουσίας και της δράσης μας σε αυτό τον κόσμο και στη σχέση μας με όλα τα πλάσματα. Θα το θεωρούσα αυτό μάλλον εξέλιξη, του ανθρώπου και της θρησκευτικότητας. Αν, τέλος πάντων, δεν μπορούμε να αποφύγουμε εντελώς τη θρησκεία, χίλιες φορές καλύτερα να έχουμε μια θρησκεία της οικολογίας, από όλες τις φριχτές δεισιδαιμονίες που είναι οι περισσότερες υπάρχουσες θρησκείες. Θα ήταν μια θρησκεία πολύ πιο «πραγματική» από τις υπάρχουσες, πολύ πιο χρήσιμη, ακόμη και αισθητικά ανώτερη (τη φαντάζομαι να μοιάζει σε ένα χαρούμενο παγανισμό και λατρεία της φύσης). Εξάλλου, τι άλλο είναι η θρησκεία από ένα από τα πιο αποτελεσματικά μέσα για να εμφυσάς στους άλογους ανθρώπους (στους περισσότερους) τις αξίες της αγέλης (της κοινωνίας), εξασφαλίζοντας τη συμμόρφωσή τους χωρίς να χρειάζεσαι ένα πολύ μεγάλο όγκο κατασταλτικών μηχανισμών και μέσων - με το συνεπαγόμενο πολλαπλό κόστος;Η οικολογία έχει ήδη κατακτήσει το κάστρο της πολιτικής - και καλά έκανε. Η οικολογία είναι οικονομία, είναι ισορροπία, είναι δημόσια και ιδιωτική συμπεριφορά, είναι ηθική, είναι αισθητική. Πρέπει όμως επίσης να πω ότι θεωρώ εσφαλμένη και ακρωτηριασμένη την αποκλειστικά ωφελιμιστική αντίληψη της οικολογίας. Η οικολογία δεν είναι απλώς ένας τρόπος να βλέπουμε πιο μακροπρόθεσμα το οικονομικό ή άλλο εγωιστικό συμφέρον μας, μένοντας φυλακισμένοι στο εγώ-δυνάστη που διαιρεί τον κόσμο με ομόκεντρους κύκλους και αυθαίρετα κριτήρια. Η οικολογία είναι για εμένα μια ευκαιρία να σπάσουν αποστήματα που κουβαλά ο άνθρωπος σε όλα τα χρόνια της ιστορίας του μέχρι σήμερα και να κάνει κάτι που ισοδυναμεί με ένα εξελικτικό βήμα.
Ζούμε σε μια εποχή μετα-ιδεολογική. Πάντοτε ήμουν δύσπιστος απέναντι στις ιδεολογίες. Πολλές φορές, όπως και οι θρησκείες, είναι μια καλή δικαιολογία για να ξεκινήσει το παιχνίδι της σφαγής. Θεωρώ ότι το επόμενο πεδίο στο οποίο θα στραφεί η προσοχή του ανθρώπου θα είναι αυτό που πάντα θεωρούσε δεδομένο, ταυτισμένο με την ίδια του τη φύση, το πεδίο της ίδιας της αντίληψης του κόσμου και του εγώ, το πεδίο της αυτεπίγνωσης ή η ίδια η συνείδηση- αναχωρώντας από τις ιδεολογίες και τους ισμούς που σε αφήνουν πάντα στο επίπεδο των λογικών/γλωσσικών κατασκευών/παιγνίων, που είναι θαυμάσια ως εργαλεία, αλλά σχεδόν άχρηστα ως μέσα διερεύνησης σε βάθος της ανθρώπινης κατάστασης και μέσα αυτογνωσίας. Τώρα που θεοί και σωτήρες, παράδεισοι και ουτοπίες έχουν ξεθωριάσει τόσο, ίσως να αποφασίσουμε επιτέλους να εξερευνήσουμε τη σκοτεινή σπηλιά.
Δεν είμαστε «μονάδες» που απλώς περιέχονται στον κόσμο, δεν είμαστε αφηρημένες μαθηματικές έννοιες, στοιχεία μέλη ενός μαθηματικού συνόλου, κουκκίδες, αδιαίρετα και σαφώς καθορισμένα σημεία που τοποθετούνται σε χαρτί μιλιμιτρέ. Είμαστε ο κόσμος. Το δέρμα μας δεν είναι τα σύνορα κάποιας απόλυτης ατομικότητας, είμαστε ένα φαινόμενο, ένα φυσικό φαινόμενο, όπως η βροχή, όπως το σύννεφο, όπως το χώμα, όπως το σκουλήκι που περιφρονούμε, όπως τα περιττώματά μας. Δεν έχουμε σύνορα με τον κόσμο. Για την ύπαρξή μας, ο ήλιος, ο αέρας, μας είναι εξίσου ή περισσότερο απαραίτητα από οποιοδήποτε όργανό μας. Μπορούμε να ζήσουμε για πολλές δεκαετίες αν χάσουμε ένα μέλος μας ή ακόμη και ένα όργανό μας, δεν μπορούμε να ζήσουμε όμως περισσότερες από μερικές στιγμές χωρίς τον αέρα που μας περιβάλλει, χωρίς τον ήλιο που απέχει εκατομμύρια χιλιόμετρα.
Νομίζουμε ότι ο θάνατος είναι ένα στιγμιαίο γεγονός που συμβαίνει μία φορά στη ζωή μας. Λάθος, ο θάνατος και η ζωή είναι αδιαχώριστα, διαρκώς παρόντα. Το κοινό τους όνομα είναι γίγνεσθαι. Το σώμα μας βιώνει ταυτόχρονα θάνατο και ζωή, κοιτάξτε πόσο μεγάλο μέρος του εαυτού σας αποβάλλετε καθημερινά στην τουαλέτα σας. Η σκόνη στο σπίτι σας αποτελείται, σε πολύ μεγάλο μέρος, από τα νεκρά κύτταρα του σώματός σας. Σκεφθείτε το νου και τη σκέψη σας, αναλογιστείτε τι είναι αυτό που σας συνδέει με αυτό που ήσασταν πριν από δέκα χρόνια, είστε πραγματικά ο «ίδιος»; Είστε πραγματικά ο ίδιος με αυτόν που ήσασταν μόλις πριν από μερικές στιγμές επειδή έχετε αυτή την αίσθηση της συνέχειας λόγω της μνήμης; Πόσο αξιόπιστη είναι η μνήμη σας; Αυτή είναι όλη η «ταυτότητα»; Αν παθαίνατε αμνησία θα γινόσασταν άλλος; Μήπως δεν υπάρχει ταυτότητα; Μήπως είναι μια ψευδαίσθηση, κάτι που υπάρχει και δεν υπάρχει, κάτι φευγαλέο, κάτι που ρέει συνέχεια σαν ένα ποτάμι που δεν είναι ποτέ «το ίδιο», αλλά με κάποιο τρόπο υπάρχει, ως φαινόμενο, αλλά δεν «είναι», αλλά μόνο γίνεται;
.
Σήμερα είμαι άνθρωπος, εχθές ήμουν φυτά και άλλα ζώα και νερό της βροχής και θάλασσα, υδρατμός και, φυσικά, χώμα και παλαιότερα ίσως δεινόσαυρος, αστεροειδής, κοσμική σκόνη, μέρος ενός άστρου. Είμαι παιδί του ήλιου, αφού χωρίς τις αχτίνες του η ύπαρξή μου θα ήταν αδύνατη, αυτός γέννησε στο καμίνι του τα άτομα των στοιχείων που με αποτελούν, από τα πρωταρχικά, απλά άτομα του σύμπαντος και μου στέλνει διαρκώς την ενεργειακή πνοή του. Αύριο, θα είμαι σκουλήκι, μύγα, χώμα, φυτό, ζώο, ξανά άνθρωπος, κάποιος «άλλος», μια χούφτα ύλης οργανωμένης από ένα κώδικα πληροφορίας, ζεσταμένης από ένα αστέρι, που θα διακηρύττει υπερήφανα την ατομικότητά της. Είμαστε (το εγώ μας) ο καπνός ενός τσιγάρου που στροβιλίζεται για λίγο πριν να διαλυθεί, είμαστε προσωρινά μορφώματα, φευγαλέες υπάρξεις που δεν είναι, αλλά που αποτελούν εκφάνσεις, φαινόμενα, πατημασιές του είναι πάνω στην άμμο, ενός ασύλληπτου θηρίου, ενός δράκου, που είναι παντού, του δράκου που μπορούμε να προσεγγίσουμε σε μερικά όνειρα, στη θέα του ηλιοβασιλέματος, σε κάποιες νότες, σε μερικές παράξενες στιγμές χασίματος, σε σκοτεινά σπήλαια, μέσα στην απελπισία και στην έκσταση - αν είμαστε τυχεροί. Είμαστε σε όλα ή δεν είμαστε πουθενά, είμαστε όλα ή δεν είμαστε τίποτε.
Πέμπτη, Απριλίου 09, 2009
Φλυαρίες
Περπατάς ανάμεσα στους ανθρώπους και χίλια πράγματα σε ενοχλούν και σε θυμώνουν. Σκέψου όμως ότι ίσως αυτό να οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην πολύ σημασία που τους δίνεις, στον τρόπο που υπερεκτιμάς τη φύση τους. Τους θεωρείς φορείς του καλού και του κακού, φορείς κάποιας θείας φύσης ή ελεύθερης βούλησης, αλλά είναι αυτή η σωστή αντίληψη; Ένας λογικός άνθρωπος δεν θυμώνει όταν του επιτίθεται ένα πεινασμένο ή τρομαγμένο ζώο, κάνοντας φυσικά όσα πρέπει για να αμυνθεί όσο διαρκεί η απειλή. Σκέψου τώρα ότι ο άνθρωπος που πετά ένα χαρτί στο δρόμο ή αδικεί για να υπηρετήσει την ιδιοτέλειά του δεν είναι παρά ένα έρμαιο ορμών και παρορμήσεων, είναι λιγότερο ελεύθερος από ένα ζώο. Τι σημασία έχει ότι μιλάει και μοιάζει να έχει κάποια λογική σκέψη; Μη σε ξεγελούν αυτά. Η συμπεριφορά των ανθρώπων είναι και αυτή ένα φυσικό φαινόμενο, όπως η βροχή, όπως μια φυσική καταστροφή. Μπορείς, με αυτό τον τρόπο, ακόμη και να περπατάς σε μια άσχημη πόλη όπως αυτή που ζω και να παρατηρείς τους άσχημους ανθρώπους που σε περιστοιχίζουν ακριβώς όπως παρατηρείς ένα ηφαιστειακό τοπίο, ένα πλήθος άγριων ζώων. Με αυτό τον τρόπο, ίσως να ανακαλύψεις ότι μπορείς να δεις με συγκατάβαση, για να μην πω συμπάθεια, ακόμη και αυτούς που κάνουν τα χειρότερα.Κοίταξέ τους, κρεάτινα συστήματα που δεν έχουν κανένα έλεγχο στη βούλησή τους, που νομίζουν, οι αφελείς, ότι είναι δική τους. Καθορίζονται από τις γενετικές καταβολές τους και τις επιδράσεις από το περιβάλλον τους. Αξίζει να οργίζεσαι για αυτούς, ακόμη και όταν σε βλάπτουν; Κάνεις ό,τι μπορείς, τους αποφεύγεις, τους χειραγωγείς, τους χρησιμοποιείς για να επιτευχθεί αυτό που θεωρείς σωστό, αλλά μέχρι εκεί. Δεν μπορείς να θυμώσεις με ένα είδος πιθήκου, έστω και αν αυτό είναι το χειρότερο που υπάρχει, έστω και αν εκτελεί τα αναπαραγωγικά τελετουργικά του και ανταγωνίζεται για την αρχηγία της αγέλης κραδαίνοντας πυρηνικά όπλα. Κοίτα πώς πάει να κρύψει τη γύμνια του με χρωματιστά υφάσματα, πώς στολίζει τις αθλιότητές του με γυαλιστερά μπιχλιμπίδια. Με όλα του τα κόλπα, αντί να κρύψει, κάνει ακόμη πιο προφανή την αχρειότητά του. Ανεβαίνει στον ψηλό βωμό να θυσιάσει στους θεούς του και, έτσι, όλοι βλέπουν από κάτω τον κώλο του. Κρίμα, βέβαια, που είχαμε την ατυχία να ζούμε ανάμεσά τους και να έχουμε την όψη τους. Εσύ και εγώ δεν είμαστε, φυσικά, σαν και αυτούς, έτσι δεν είναι;
.
Πόσο θα άλλαζε ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας εάν στρέφαμε αυτό το ίδιο βλέμμα καταπάνω μας; Πόσο θα άλλαζε ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας και τον κόσμο εάν οχυρωνόμασταν σαν παρατηρητές καρχαριών μέσα σε ένα κλουβί παρατήρησης στα βάθη της θάλασσας, επιστρατεύοντας όσο καλύτερα μπορούμε ό,τι είναι καθαρή συνείδηση μέσα μας, χωρίς λέξεις, χωρίς καμία κρίση, χωρίς καμία ερμηνεία και απλώς παρατηρούσαμε όσα γίνονται στο μυαλό μας, όσα αντιλαμβανόμαστε από τις αισθήσεις μας, τις ίδιες μας τις σκέψεις, σαν ξένα πράγματα, σαν κάτι που είναι εκεί έξω; Πώς θα ήταν να βιώναμε έστω και μία στιγμή καθαρής, ανόθευτης συνειδητότητας, χωρίς κανένα φόβο, χωρίς καμία ελπίδα, χωρίς κανένα υπολογισμό, απαρνούμενοι σαν ξένα όσα μέχρι τώρα θεωρούσαμε ότι είναι εγώ; Μήπως είναι αυτή η απόλυτη, η υπέρτατη ελευθερία στην οποία μπορεί να ελπίζει ένα άνθρωπος; Το τέλος της δυστυχίας και της ευτυχίας, αλλά το άνοιγμα μιας πύλης σε κάτι άλλο; Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβάμαι τίποτα, είμαι ελεύθερος.
Πέμπτη, Μαρτίου 12, 2009
Σάββατο, Φεβρουαρίου 21, 2009
Στοχασμοί πάνω από ένα νεκρό ποντίκι
Βγήκα σήμερα το μεσημέρι για τον καθιερωμένο καφέ του Σαββάτου. Μπροστά στην πολυκατοικία, είδα το νεκρό σώμα του. Ήταν ένα ποντίκι που μάλλον το είχε πατήσει κάποιο αυτοκίνητο. Από το υπογάστριό του εξείχαν κάποια όργανα, προσελκύοντας ένα πλήθος από μύγες, αλλά, κατά τα άλλα, παρά το κάπως ισοπεδωμένο σώμα, ιδίως το κεφάλι του, ήταν σχετικά άθικτο. Ήταν αρκετά συμπαθητικό για αρουραίος. Δεν ήταν μικρό, αλλά τα ροζ πόδια, τα γυαλιστερά ματάκια και η ροζ μύτη, με έκαναν να κοντοσταθώ.Τι με χωρίζει, φίλε μου, από εσένα; Η ύπαρξή σου ήταν τόσο πραγματική, όσο και η δική μου. Για τους ανθρώπους, μπορεί η ζωή μου να είναι περισσότερο σημαντική, αλλά για τους ποντικούς, σίγουρα η δική σου παίρνει τα πρωτεία. Το σώμα σου, αιχμάλωτο τώρα της βαρύτητας, θα γίνει σκουλήκι, μύγα, μικρόβιο, νερό, χώμα, φυτό, πουλί, χορτάρι, δέντρο, καρπός, ποντικός, άνθρωπος, όπως κάποτε και το δικό μου. Το σώμα σου ήταν, πριν να γίνει δικό σου, σκουλήκι, μύγα, μικρόβιο, νερό, χώμα, φυτό, πουλί, χορτάρι, δέντρο, καρπός, ποντικός, άνθρωπος, όπως και το δικό μου. Βάλαμε οι άνθρωποι τους εαυτούς μας σε ψεύτικο θρόνο και νομίζουμε ότι είμαστε διαφορετικοί από τα αδέλφια μας. «Πώς να αισθάνονται άραγε τα ζώα; Έχουν ψυχή, έχουν αισθήματα, έχουν επίγνωση της ύπαρξής τους;» Θες να δεις ένα ζώο άνθρωπε; Θες να μάθεις πώς νοιώθει, περίπου, ένα άλλο είδος τον κόσμο; Τράβα στον καθρέπτη, μουτσούνα ζώου είναι αυτή που βλέπεις, αισθήματα ζώου αυτά που νοιώθεις. Δεν διαφέρει περισσότερο η αντίληψή σου από την αντίληψη ενός ποντικού από όσο η αντίληψη ενός ποντικού από την αντίληψη ενός εντόμου ή ενός άλλου ζώου. Είχε γράψει κάποτε και ένας μεγάλος ανώνυμος Έλληνας ότι πιότερο διαφέρει άνθρωπος από άνθρωπο, παρά άνθρωπος από ζώο... αυτά περί ισότητας.
Αδέλφι μου, σηκώθηκε για λίγο η πονεμένη ύπαρξή σου σαν κυματάκι στον ωκεανό και τώρα ξανάγινες ωκεανός. Κάποτε, θα ενωθώ και εγώ μαζί σου στο μεγάλο νερό και αργότερα πάλι θα ξαναγίνουμε κυματάκια, ίσως ακόμη να συναντηθούμε και στο ίδιο κύμα. Περαστικός είμαι, όπως και εσύ. Χαράσουν οι λέξεις των ανθρώπων όρια, μα όρια δεν υπάρχουν εκεί που το άχρονο διασταυρώνεται με το χρόνο. Σκύβω πάνω στο βρώμικο πεζόδρομο και μεταλαβαίνω το αίμα σου συντροφιά με τις μύγες, σφαλώ τα μάτια σου, φιλώ το χώμα γύρω σου, φιλώ τη σεπτή μορφή σου. Γλιστρώ έξω από αυτό το σώμα που φορώ και χάνομαι στις χαραμάδες του πεζοδρομίου, γύρω σου. Η φιλότητα προς όλα τα πλάσματα, προς όλο το σύμπαν, ακόμη και προς κάθε κόκκο σκόνης, είναι η πύλη.
.
Είναι ένα κρύο σαββατιάτικο μεσημέρι, μα είναι λουσμένο στο φως.
Ή όλα είναι ιερά ή τίποτε δεν είναι ιερό.
Αναπαύσου εν ειρήνη.
Σημείωση: Υπάρχουν μερικές αναφορές στο κείμενο, αλλά είναι «ενσωματωμένες», οπότε δεν θα μπω στον κόπο να τις αναφέρω. Εξάλλου, είμαι υπό την επήρεια ενός θαυμάσιου σκοτσέζικου μολτ.
Τετάρτη, Ιανουαρίου 07, 2009
Το όνειρο με την αλήθεια για τη ζωή
Τετάρτη, Νοεμβρίου 12, 2008
Τοξικά μυαλά
Μαθαίνεις ότι πρέπει να απαρνηθείς τις ευαισθησίες σου για να επιβιώσεις, για να μην είσαι αδύναμος, μετά, γεμίζεις με ενοχές, φόβο, σκληρότητα και υποταγή, για να αρέσεις, για να τα καταφέρεις, για να κατακτήσεις. Μαθαίνεις ότι δύναμη είναι το να κλείνεις τα μάτια, το να οχυρώνεσαι στον εγωισμό, να μην αγαπάς (άντε, εκτός από δύο ή τρία άτομα κοντά σου και αυτά υπό αίρεση), να μη συμπονάς, να μην καταλαβαίνεις, να είσαι σκληρός. Μαθαίνεις να είσαι εχθρός με τον κόσμο. Μαθαίνεις να μην ενδιαφέρεσαι για την αλήθεια, αλλά για τα «σημαντικά». Μαθαίνεις ότι πρέπει να είσαι αρεστός αντί για αληθινός. Ζεις ψεύτικος σε ένα ψεύτικο κόσμο και ίσως κάποια στιγμή, αν έχεις τύχη ή προδιάθεση, πιθανώς με κάποια ασήμαντη αφορμή, να συνειδητοποιήσεις ότι έχεις απαρνηθεί ό,τι είναι πολύτιμο για μια χούφτα στάχτες και αποκαΐδια, ότι αυτό που νόμιζες ότι σε κάνει «μεγάλο και τρανό» σε κάνει ένα θλιβερό ανθρωπάκι.Συνειδητοποιείς ότι δύναμη δεν είναι να έχεις κλειστά τα μάτια, αλλά να τα έχεις ορθάνοιχτα, να έχεις επίγνωση και ευαισθησία κάθε στιγμή, να συμπονάς. Δύναμη είναι να συμπονάς τα πάντα, ακόμη και το πλάσμα που δεν έχεις επιλογή παρά να σκοτώσεις για να επιβιώσεις, ακόμη και τη σαλάτα σου. Δύναμη είναι να νοιώθεις τα πάντα, να έχεις το θάρρος να αδειάζεις το ποτήρι μέχρι τον πάτο. Συνειδητοποιείς ότι η σκληρότητα σε κάνει ένα σκληρό κέλυφος δίχως ζωή. Συνειδητοποιείς ότι, αν υπάρχει κάτι που έχει αξία σε αυτό τον κόσμο, αυτό είναι η αλήθεια. Συνειδητοποιείς ότι πρέπει να είσαι αληθινός και να μην κρύβεις την αλήθεια σου, διότι, αν φοράς πολύ ώρα τη μάσκα, πας να τη βγάλεις κάποια στιγμή, που θα κρίνεις ότι έφτασε η κατάλληλη ώρα, και αντιλαμβάνεσαι έντρομος ότι έχει γίνει ένα με το πρόσωπό σου. Συνειδητοποιείς ότι πρέπει να δίνεις προτεραιότητα στην αξία και όχι στο χρήμα. Αντιλαμβάνεσαι την ανθρώπινη κοινωνία σαν ένα απέραντο φρενοκομείο, κάνεις φίλους σου τα πουλιά, τα δέντρα, τον ουρανό και το χώμα. Ξυπνάς το πρωί και τρέχεις να καλημερίσεις τον πατέρα σου, τον ήλιο και να δεχτείς το ζεστό χάδι του. Περιμένεις χωρίς φόβο τον θάνατο και τη στοργική μητρική αγκαλιά της γης, για να δώσεις πίσω αυτό που δανείστηκες, για να ξαναγίνεις νερό, χώμα, σκουλήκι, έντομο, πουλί, λουλούδι, δέντρο, γέννημα, καρπός, ζώο, άνθρωπος, σύννεφο που παρασέρνει νωχελικά το αεράκι πάνω από μια πολυπληθή παραλία όπου κάποτε κολύμπησες και εσύ (το αστείο είναι ότι ήδη κομμάτια σου που ήταν «εσύ» σε διάφορα στάδια της ζωής σου είναι ήδη κάτι άλλο, ζωή και θάνατος είναι πιο αξεχώριστα από όσο νομίζουμε, είναι ένα και το αυτό).
Ξυπνάς από το λήθαργο και ζεις σε ένα πανηγύρι ζωής και θανάτου, γελάς με το κοσμικό αστείο και ενώ συνεχίζεις να ζεις μέσα στον κόσμο και να παλεύεις για το ωραίο και το καλό, παράλληλα, αυτό που είναι αρχαίο και αιώνιο μέσα σου, η σκόνη των άστρων, κρυφοκοιτάζει από τις γωνίες και σου ψιθυρίζει πάντα, «μη χολοσκάς, όλα είναι ένα ψέμα, μια ανάσα, μια πνοή...» και αυτό σου φαίνεται το πιο αισιόδοξο πράγμα του κόσμου και εκεί που κλαις και υποφέρεις καθώς σου μασουλά τα κόκαλα το σκυλί της πραγματικότητας θες να γελάσεις με την καρδιά σου και συμπονάς όλη την πλάση και βλέπεις ότι τίποτα δεν είναι άψυχο και ότι όλες οι ψυχές εκπορεύονται από την ίδια ψυχή και ότι είσαι μέσα σε όλα, ότι είσαι όλα και όλα είναι εσύ. Να, ένα κομμάτι μου είναι μέσα σε αυτό τον πέτρινο σκαραβαίο που με κοιτάζει από το ράφι της βιβλιοθήκης καθώς δακτυλογραφώ. Σταματώ την πολυλογία, διότι κοιτάζω αριστερά μου και βλέπω το ξωτικό Λώρα να ετοιμάζεται να σκορπίσει κάτι χαρτιά μου στο πάτωμα. Θα πω μόνο ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα της ανθρωπότητας δεν είναι η μόλυνση του περιβάλλοντος, αλλά η μόλυνση του μυαλού με τη σκληρότητα, η μόλυνση του περιβάλλοντος είναι ένα από τα επακόλουθά της. Αν θέλεις καθαρότερο περιβάλλον, άρχισε καθαρίζοντας το μυαλό σου.
Υ.Γ.
Ενημέρωση για τις κινητοποιήσεις των κρατουμένων, εδώ.
Τρίτη, Νοεμβρίου 11, 2008
Διάλογος ενός με την ψυχή του
- Τεμπέλα ψυχή μου, σήκω και περπάτα.
- Ώχου, γιατί μωρέ; Καλά είμαστε εδώ.
- Τεμπέλα ψυχή μου, θέλω γνώση.
- Γιατί; Τι τρέλα είναι πάλι αυτή; Καλά δεν περνάμε χαμένοι στη λήθη;
- Τεμπέλα ψυχή μου, βλέπω γύρω μου αναλαμπές, φώτα που με το που πάω να εστιάσω πάνω τους χάνονται στο σκοτάδι, ακούω μελωδίες που πάω να αφουγκραστώ και χάνονται στη σιωπή, νοιώθω σιωπές που χάνονται στο θόρυβο, πρέπει να μάθω, πρέπει να γνωρίσω ποιος είμαι.
- Με τα παρακάλια δε σηκώνομαι από εδώ που έχω βολευτεί, μόνο η ανάγκη και ο πόνος με κεντρίζουν.
- Τεμπέλα ψυχή μου, ο έρωτας; Δεν σου λέει τίποτα ο έρωτας;
- Μόνο αφού ματώσω πρώτα αρκετά, μόνο άμα πονέσω και αρχίσω να νοιώθω τον εαυτό μου, τότε μόνο με αγγίζει ο έρωτας και με τραβολογά εδώ και εκεί και υπομένω τα μύρια όσα για χάρη του, μα τώρα, κοίτα τι καλά που χουζουρεύω, ποιος νοιάζεται για αυτά; Ποιος θέλει να πονά; Τι τη θες τη γνώση; Τι τον θες τον έρωτα;
- Τεμπέλα ψυχή μου, σήκω σε παρακαλώ, δεν βλέπεις, παρακάθισες ακίνητη και βάρυνες, σε λίγο πέφτουμε.
- Λίγο ακόμη, λίγο ακόμη και θα σηκωθώ, μην είσαι τύραννος.
- Τεμπέλα ψυχή μου, τραγούδα λίγο να σε ακούσω.
- Σου είπα, μόνο ο πόνος και η ανάγκη και ίσως πιο μετά ο έρωτας μπορούν να με κάνουν να κινηθώ πέρα δώθε και να ηχήσω σαν καμπάνα, μόνο τότε αρχίζω τα τραγούδια μου.
- Ψυχή μου, ο καρχαρίας που δεν κολυμπά βουλιάζει, σε λίγο πέφτουμε, δεν θα ήταν καλύτερα να είχες σηκωθεί μονάχη σου; Έπρεπε να περιμένουμε τη βαρύτητα να μας τραβήξει στα βασίλεια του πόνου και της ανάγκης;
- Αχ καημενούλη μου, γιατί χτυπιέσαι και βασανίζεσαι; Γιατί πολεμάς και αντιστέκεσαι, ό,τι είναι να γίνει θα γίνει με τη σωστή σειρά. Ναι, θα πέσω και θα ματώσω και θα πονέσω και θα σηκωθώ και θα πω τα τραγούδια μου να σε γλυκάνω και θα μάθω τον έρωτα και θα πετάξουμε μαζί ψηλά.
Πριν από χρόνια είχα επισκεφθεί μια έκθεση στην Εθνική Πινακοθήκη με έργα της Αναγέννησης. Σε ένα βάθρο υπήρχε μια προτομή με μια επιγραφή που έλεγε μόνο «πλατωνικός νέος». Ήταν το κεφάλι ενός νέου άνδρα που είχε κρεμασμένο στο λαιμό του μια αλυσίδα με ένα άρμα που το έσερναν δύο άλογα, θυμάμαι νομίζω έναν επισκέπτη να απορεί.
«Εοικέτω δη ξυμφύτω δυνάμει υποπτέρου ζεύγους τε και ηνιόχου. Θεών μεν ουν ίπποι τε και ηνίοχοι πάντες αυτοί τε αγαθοί και εξ αγαθών, το δε των άλλων μέμικται... »
Αποσπάσματα από τον «Φαίδρο» του Πλάτωνα. Εκεί, οι ψυχές παρομοιάζονται με φτερωτά άρματα που έχουν δύο άλογα και ηνίοχο. Οι ψυχές των θεών έχουν δύο καλά άλογα που κρατούν το άρμα στις υψηλότερες σφαίρες. Των θνητών όμως οι ψυχές έχουν ένα καλό και ένα κακό και δύστροπο άλογο που δεν τιθασεύεται εύκολα, αυτό τραβά προς τα κάτω το άρμα και όταν ο έλεγχος χαθεί και σπάσουν τα φτερά, μπαίνει η ψυχή σε σώμα θνητό και ανάλογα με τον τρόπο που θα ζήσει θα καθοριστεί και η συνέχειά της, η επόμενη ζωή της... Αξίζει να διαβάσει κάποιος Πλάτωνα και μόνο για την ποιητικότητα του λόγου του.
Ενημέρωση
Οι κινητοποιήσεις των κρατουμένων συνεχίζονται, όπως και η αβάσταχτη σιωπή των ΜΜΕ που ιεραρχούν και υπαγορεύουν αυτά που πρέπει να σκεπτόμαστε και να μας απασχολούν ως καλούς και υπάκουους υπηκόους. Εξάλλου, αυτός που πάντα υπακούει, αυτός που πάντα πληρώνει, αυτός που πάντα σκύβει το κεφάλι και στέκεται προσοχή, μπροστά στον αστυνόμο, στο αφεντικό, στον παπά, στην τηλεόραση, αυτός που «υπηρετεί» τα δάνειά του δουλεύοντας (δούλος όντας), αυτός που πάντα πατιέται πρόθυμα ή πατάει τους άλλους πίσω από τον οδοστρωτήρα «ό,τι είναι νόμιμο είναι και ηθικό», δεν πάει φυλακή, έτσι δεν είναι;
Πέμπτη, Νοεμβρίου 06, 2008
Ανούσιο
Τετάρτη, Οκτωβρίου 01, 2008
Δισταγμός
Κυριακή, Σεπτεμβρίου 21, 2008
Το σύνορο της πραγματικότητας...
...είναι ο πόνος. Χωρίς τον πόνο, το σύνολο της εμπειρίας μας δεν θα ήταν παρά ένα όνειρο, ίσως ούτε καν αυτό. Χωρίς τον πόνο, ο άνθρωπος θα ήταν απαλλαγμένος από το ζυγό της ανάγκης, αλλά ίσως και από κάθε κίνητρο, κίνητρο ακόμη και για να ασχοληθεί με ο,τιδήποτε τον περιβάλλει, ακόμη και για να προσπαθήσει να το αντιληφθεί. Χωρίς τον πόνο, θα μας ήταν ξένο ακόμη και το ίδιο μας το σώμα, αφού όχι μόνο οι διάφορες ανάγκες του θα μας άφηναν αδιάφορους, αλλά και τα παθήματά του θα ήταν για εμάς άνευ ενδιαφέροντος, ακόμη και οι ακρωτηριασμοί, ακόμη και η απώλεια αισθητηρίων οργάνων, όπως τα μάτια - αφού το μόνο που θα χάναμε θα ήταν ένα θέαμα. Χωρίς τον πόνο, έρωτας δεν θα υπήρχε, αφού δεν θα υπήρχε στέρηση του άλλου και επιθυμία για ολοκλήρωση. Χωρίς τον πόνο, η αίσθηση του χρόνου θα ήταν ελάχιστη και εντελώς υποκειμενική, ίσως ονειρική, αφού τα διάφορα ρολόγια του σώματος, το μούδιασμα του ποδιού όταν μένουμε στην ίδια θέση, η βαθμιαία αύξηση των αναγκών, της δίψας, της πείνας, όλα αυτά θα απουσίαζαν, μια ημέρα θα μπορούσε ίσως να μοιάζει με δέκα λεπτά και το αντίστροφο.Χωρίς τον πόνο, δεν θα υπήρχε χαρά, η χαρά είναι αρνητικό μέγεθος και ορίζεται ως απουσία του πόνου ή του φόβου του πόνου ή απαλλαγή από τον πόνο ή από το φόβο του πόνου.
Χωρίς τον πόνο, δεν θα υπήρχε αγάπη, αφού δεν θα μπορούσαμε να συμΠονέσουμε κανέναν και τίποτε.
Η ζωή, ως εμπειρία, είναι πόνος, το να ζεις, σημαίνει να πονάς, το να μην πονάς, σημαίνει ότι δεν ζεις.
Ο πόνος είναι το φυτίλι και η μίζα της αντίληψης, η άγκυρα στο πραγματικό, ίσως η πιο αξιόπιστη άγκυρα και, αν δεν με πιστεύετε, θυμηθείτε πόσες φορές έχετε ζητήσει να σας τσιμπήσουν για να δείτε αν ονειρεύεστε, για να βεβαιωθείτε ότι αυτό που σας συμβαίνει είναι πραγματικό.
.
Λοιπόν, ίσως ο πόνος να είναι πράγματι το τίμημα, το νόμισμα με το οποίο πληρώνει η ψυχή τη γνώση.
Δευτέρα, Ιουνίου 30, 2008
Περί πίστεως
Δεν ξέρω και εγώ πόσος καιρός είναι που σκέφτομαι να ανεβάσω κείμενο με αυτό το θέμα, χωρίς να το παίρνω απόφαση. Νομίζω από τις πρώτες εβδομάδες ύπαρξης αυτού του ιστολογίου. Ο στόχος μου είναι μέσα από το γραπτό λόγο να επεξεργαστώ και εγώ ο ίδιος έννοιες που είναι τόσο φευγαλέες και ασαφείς όταν παραμένουν μέσα στο κεφάλι. Αν ανοίξετε το λεξικό του Μπαμπινιώτη, θα βρείτε στο λήμμα για την πίστη εννέα διαφορετικούς ορισμούς, μεταξύ αυτών και της πίστης με την έννοια της πίστωσης. Στις πρώτες αράδες του λήμματος στο Λεξικό της Φιλοσοφίας* του Θεοδόση Πελεγρίνη βρίσκετε τον εξής ορισμό: Πεποίθηση η οποία, εν αντιθέσει προς τη γνώση, που έχει αντικειμενικό χαρακτήρα, βασίζεται σε υποκειμενικούς παράγοντες. Πολλές φορές ακούς τους ανθρώπους να διαφωνούν ή να συμφωνούν για την πίστη έχοντας ο καθένας μια διαφορετική έννοια της λέξης στο νου του. Ο πιστός μιας θρησκείας λέει πίστη και έχει υπόψη του το δόγμα της θρησκείας του, θεωρώντας πολλές φορές ακόμη και τους πιστούς των άλλων θρησκειών "απίστους". Ο άθεος ή ο ορθολογιστής αποκηρύσσει την πίστη, περιφρονώντας τη, μη αντιλαμβανόμενος τις αμέτρητες πράξεις πίστεως της ζωής του, συμπεριλαμβανομένης της πίστης του «στον άνθρωπο», κάποιες φορές στην ανωτερότητα του ανθρώπου ή του έθνους του ή στις διαβεβαιώσεις περί αιώνιας «πίστης» της αγαπημένης του και της πίστης του ότι είναι λάθος να κλέψεις κάποιον ακόμη και αν έχεις την ευκαιρία να το κάνεις αυτό ατιμώρητα.Θα θέσω εδώ ένα ερώτημα, είναι δυνατόν να μην πιστεύει κάποιος σε τίποτε; Όχι κατά τον Χιουμ, σύμφωνα με τον οποίο κάθε πράξη προϋποθέτει μια πίστη, μια πίστη στην έκβαση, στο αποτέλεσμα της πράξης μας. Αν αυτό σας φαίνεται ακραίο και εγείρει ενστάσεις, ας το περιορίσουμε λίγο σε αποφάσεις που έχουν ηθικό χαρακτήρα. Ας υποθέσουμε ότι κάποιος ο οποίος δηλώνει ορθολογιστής και ότι δεν πιστεύει σε τίποτε διαπιστώνει ότι έχει την ευκαιρία να κάνει κάτι κακό σε κάποιον άγνωστο, το οποίο χωρίς κανένα κίνδυνο συνεπειών προωθεί τα συμφέροντά του. Γιατί δεν θα έπρεπε να το κάνει και, εάν επιλέξει να το μην το κάνει, καθώς συχνά συμβαίνει πολλοί οι οποίοι δηλώνουν ότι είναι καθαρά ορθολογιστές να συμπεριφέρονται απολύτως ηθικά, δεν υποδηλώνει αυτό μια πίστη σε κάτι εξωλογικό; Ξεμπερδεύουμε αν πούμε ότι αυτό είναι θέμα συναισθηματικής, «παράλογης» συμπεριφοράς και ότι τελικά ο παραλογισμός ή η συνήθεια είναι ο μόνος φραγμός που κρατάει έναν κατά τα άλλα λογικό άνθρωπο από το να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στην εξυπηρέτηση του ατομικού του συμφέροντος και των επιθυμιών του;
Δεν σκοπεύω να δώσω απόλυτες απαντήσεις σε όλα αυτά, μπορείτε αν θέλετε να το κάνετε εσείς στα σχόλια, θα μιλήσω όμως λίγο για αυτό στο οποίο πιστεύω εγώ. Έχω πίστη, αλλά πίστη προσωπική, τόσο προσωπική που δεν τη δίνω πουθενά. Πιστεύω, αλλά χωρίς να πιστεύω σε κάτι. Για εμένα η πίστη είναι κάτι εσωτερικό και όχι εξωτερικό (όπως μια θρησκεία ή ένα δόγμα). Είναι η γνώση ή η αίσθηση μιας εσωτερικής αρχής, ενός εσωτερικού, ας πούμε, σημείου αναφοράς, ενός εσωτερικού «φωτός». Είναι η πεποίθηση ότι εκτός από φαινόμενα (που αποτελούν το αντικείμενο της επιστήμης), υπάρχει και ουσία η αναζήτηση της οποίας αποτελεί μια καθαρά προσωπική υπόθεση. Νοώ την πίστη (μου) ως αυτοκαθορισμό, καθορισμό εκ των έσω. Βεβαίως, δεν αρνούμαι ότι σε ένα πιο επιφανειακό επίπεδο αυτή η εσωτερική αναζήτηση απαντήσεων έχει και πτυχές που αφορούν στην εξήγηση ή ερμηνεία αυτού που είναι ο κόσμος και σε μεταφυσικά στοιχεία τα οποία όμως καθορίζω δυναμικά και ελεύθερα ο ίδιος με βάσει τα διαβάσματά μου, τις εικασίες μου και, κυρίως, την αισθητική μου. Είναι κάπως σαν να κάνω την εσωτερική διακόσμηση ενός δωματίου που ανήκει μόνο σε εμένα και στο οποίο κανένας άλλος δεν πρόκειται να εισέλθει ποτέ. Σε όλα τα πράγματα είμαι έτοιμος να αλλάξω απόψεις, εκτός από την πίστη μου σε αυτόν τον εσωτερικό ακατανικητο ήλιο που, ακόμη, μόνο την αχνή λάμψη του διακρίνω πίσω από τον ορίζοντα, ενώ ακόμη ζω στο σκοτάδι. Ακόμη και αν κατά διαστήματα ξεμακραίνω και στρέφω αλλού το βλέμμα μου, ξέρω ότι αργά ή γρήγορα θα λουστώ ολοκληρωτικά στο φως του. Ακόμη, ξέρω ότι και αν πέφτω έξω, δεν θα μπορούσα να είχα κάνει καλύτερη επιλογή ή άλλη επιλογή.
Η πίστη είναι κατ’ εξοχήν θέμα αισθητικής. Νομίζω ότι η πίστη είναι ο ισχυρότερος άξονας με τον οποίο τσουλάει ο άνθρωπος σε αυτό τον κόσμο, είτε αυτή είναι συνειδητή είτε ασυνείδητη. Είναι η μεγάλη κατάφαση που σε κάνει να συνεχίζεις να ζεις, αντί να παραδίδεσαι στην απελπισία και να επιλέγεις το θάνατο, αποδεχόμενος μυστικά ότι όλα αυτά έχουν κάποιο νόημα που μπορεί να σου διαφύγει προς στιγμήν, αλλά κάπου υπάρχει, κάπου μπορεί να το βρεις. Η θρησκεία μπορεί να χρησιμοποιεί κάποια από τα παραπάνω επιχειρήματα για να υπερασπίζεται το προϊόν της, αλλά στην πραγματικότητα είναι ένας πρεζέμπορας που εκμεταλλευόμενη την αδυναμία των πολλών για ατομική αναζήτηση και εύρεση εσωτερικού έρματος προσφέρει ένα τυποποιημένο υποκατάστατο, μια πρέζα, που ζεύει τον άλογο άνθρωπο στο άρμα, το όποιο άρμα. Το κατά πόσο είναι ή δεν είναι αναγκαία το αφήνω για άλλη συζήτηση.
Ίσως η υψηλότερη μορφή θρησκευτικής πίστης που έχει εμφανιστεί να ήταν εκείνος ο βωμός «τω αγνώστω Θεώ» που ο αγύρτης Παύλος πήγε να εκμεταλλευθεί, αλλά οι Αθηναίοι τον πήραν στο ψιλό, πλην δύο αφελών κατά την παράδοση (Διονύσιος και Δάμαρις). Αν μια θρησκεία είναι απαραίτητη για πολλούς ανθρώπους, τι θα λέγατε για αυτήν στο Άγνωστο; Η πίστη μου είναι η πεποίθηση ότι υπάρχει αλήθεια - ουσία, αλλά αυτό το γκράαλ είναι προσωπικό για τον καθένα και κανένας άλλος δεν μπορεί να σου το δωρίσει, το κατακτάς μόνος σου, αν είσαι άξιος. Ρώτησε ο Πιλάτος τον Ιησού «τι εστί αλήθεια» και ο Ιησούς εσιώπα. .
.

Η εικόνα από το δίσκο των Pink Floyd "WISH YOU WERE HERE", ο πρώτος δίσκος που απέκτησα, όταν ήμουν στο Δημοτικό. Τον διάλεξα μαγεμένος από το εξώφυλλο. Πόλλές φορές συμβαίνει να ακούω μέσα μου τις πρώτες του νότες. Δεν ξέρω πώς μου ήλθε να κάνω ένα σκίτσο εμπενυσμένο από αυτό το εξώφυλλο για τη συγκεκριμένη ανάρτηση.
Πέμπτη, Μαΐου 08, 2008
Το σκουλήκι
Βλέποντας το σκουλήκι να αργοπεθαίνει αβοήθητο πάνω στη σκληρή άσφαλτο, που δεν μπορούσε να τρυπήσει για να βρεθεί ξανά στη φιλόξενη αγκαλιά της Γης, στο φυσικό του περιβάλλον, έσκυψε, το σήκωσε και το απίθωσε λίγο πιο πέρα, στο μαλακό χώμα. Στη συνέχεια, σκέφτηκε ότι αν το σκουλήκι σκεφτόταν όπως οι άνθρωποι, μη μπορώντας να ερμηνεύσει την απρόσμενη σωτηρία του, μπορεί να την απέδιδε σε θεϊκή παρέμβαση, μπορεί να θεωρούσε τον εαυτό του εκλεκτό του Θεού, προφήτη, και να γινόταν θρησκευτικός αρχηγός στα άλλα σκουλήκια. Σκέφτηκε λίγο με κάποια ειρωνική διάθεση το σκουλήκι να θεωρεί ότι το έσωσε το χέρι του Θεού, δηλαδή το δικό του χέρι, και, ακόμη πιο μετά, σκέφτηκε ότι μπορεί η ειρωνεία να άξιζε στον ίδιο, ότι το σκουλήκι μπορεί να είχε δίκιο στη δική του θεώρηση και ότι μπορεί όντως το χέρι του να κατευθυνόταν από το χέρι του Θεού και ότι, τελικά, ο λόγος για τον οποίο γεννήθηκε και έζησε όλα αυτά τα χρόνια, ο προορισμός και το πεπρωμένο σε αυτή τη Γη, να ήταν αυτή η στιγμή, η σωτηρία αυτού του μικρού σκουληκιού, όπως άλλων ο προορισμός και ο σκοπός της ύπαρξης είναι να κάνουν πολέμους, κατακτήσεις, μεγάλες επιστημονικές ανακαλύψεις, να δημιουργούν μεγάλα λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά έργα. Ένοιωσε μια κάποια απογοήτευση, αλλά μετά αναρωτήθηκε αν είναι όντως ευκαταφρόνητο να σώσεις τη ζωή ενός σκουληκιού, επιτρέποντάς του να ζήσει ακόμη για, ποιος ξέρει πόσο. Μέρες; Εβδομάδες; Εν συνεχεία, σκέφτηκε ότι όλα αυτά τα περί σκοπού, πεπρωμένου, προορισμού είναι ανοησίες που πιπιλάνε στο μυαλό τους οι άνθρωποι για να νοιώσουν κάπως καλύτεροι κουβαλώντας τον σταυρό τους στον Γολγοθά της ύπαρξής τους, πάνω σε ένα κόκκο άμμου που ταξιδεύει στο άπειρο. Αναρωτήθηκε πώς μπορούσε να ξεφύγει από όλα αυτά, να τραβήξει τα πέπλα, να απελευθερωθεί από αυτά τα ενδύματα της σκέψης που ξαφνικά ένοιωσε ότι τον έπνιγαν και να αντικρίσει την πραγματικότητα χωρίς ερμηνεία, να τη δει γυμνή, να ενθουσιαστεί όπως τότε που ήταν παιδί και αντίκριζε για πρώτη φορά ένα παιχνίδι που μόλις του είχαν κάνει δώρο, να ορμήσει πάνω της με σηκωμένο το φαλλό του και να συνουσιαστεί μαζί της, να οργάσει και, τέλος, να αφήσει μέσα της την τελευταία του πνοή με ένα αναστεναγμό ηδονής.Άσχετο ή ίσως όχι. Ακούω για αυτή την ψηφοφορία που γίνεται για την ανάδειξη λέει του σημαντικότερου Έλληνα όλων των εποχών, μα, νομίζω ότι η απάντηση είναι προφανής, ο σημαντικότερος Έλληνα όλων των εποχών είναι ΕΓΩ. Για εμένα έζησε ο Όμηρος, ο Σωκράτης, ο Πλάτωνας, για εμένα πήγε στη Βακτριανή ο Μέγας Αλέξανδρος, για εμένα υπήρξε το χιλιετές Βυζάντιο (αλήθεια, πόσοι από τους αυτοκράτορες ή τις προσωπικότητες του Βυζαντίου μπορούν να χαρακτηριστούν «Έλληνες», με ποια έννοια; Θα δέχονταν οι ίδιοι αυτή την ταυτότητα;), για εμένα σουβλίστηκε ο Αθανάσιος Διάκος, για εμένα το έπος του '40, για εμένα όλες οι σφαγές και οι γιορτές. Αλλά και ο σημαντικότερος άνθρωπος όλου του κόσμου, το σημαντικότερο πλάσμα του σύμπαντος, πάλι εγώ! Σε εμένα κατέληξε το νήμα του χρόνου, για εμένα η μεγάλη αρχέγονη έκρηξη, για εμένα έλαμψαν τα άστρα! Εγώ, εγώ που έγραψα αυτό το κείμενο, εγώ που το διαβάζω, εγώ που έκανα κλικ σε κάποια σύνδεση και μπήκα για να διαβάσω αυτό το κείμενο που έγραψε κάποιος άλλος, εγώ που σκέφτηκα ότι αυτός που έγραψε αυτό κείμενο είναι ανόητος και υπερφίαλος, επειδή θεωρεί τον εαυτό του κέντρο του σύμπαντος, εγώ που δεν θα διαβάσω ποτέ αυτό το κείμενο, εγώ, πάντα εγώ. Πάντα εγώ είμαι ο πιο σημαντικός, ακόμη και όταν σεμνά παραδέχομαι την ασημαντότητά μου. Τι ανόητοι που είναι οι άνθρωποι και ο τρόπος που αντιλαμβάνονται τον κόσμο, άκου ο πιο σημαντικός Έλληνας/Γάλλος/Άγγλος όλων των εποχών, τι ανοησίες. Νομίζω ότι ακούω ένα κοσμικό γέλιο να δονεί το σύμπαν.
.
Υ.Γ. Αν υποτασσόμουν στη λογική της ψηφοφορίας αυτής, πάλι η επιλογή θα ήταν προφανής, χωρίς τον Όμηρο η Ελλάδα δεν θα ήταν Ελλάδα, όπως και να τη νοεί κάποιος.

