Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ονειρικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ονειρικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Ιανουαρίου 07, 2009

Το όνειρο με την αλήθεια για τη ζωή

Είδα αυτό το όνειρο πριν από μερικές εβδομάδες. Είχα μπει σε μια κινηματογραφική αίθουσα για να παρακολουθήσω ένα έργο που θα μου αποκάλυπτε την αλήθεια ή το νόημα της ζωής. Αφού προσπάθησα να αγνοήσω κάποιες σαχλές λεπτομέρειες, όπως την είσοδο μιας θεατού που φορούσε αντί για καπέλο ένα κρυστάλλινο πολυέλαιο, τα φώτα σκοτείνιασαν, το καμπανάκι σήμανε την έναρξη της ταινίας και στην οθόνη εμφανίστηκε... μια αίθουσα κινηματογράφου ακριβώς όπως αυτή που βρισκόμουν, με τους ίδιους θεατές, που παρακολουθούσαν στην οθόνη μια αίθουσα κινηματογράφου ακριβώς όπως αυτή που βρισκόμουν, με τους ίδιους θεατές, που παρακολουθούσαν στην οθόνη μια αίθουσα κινηματογράφου ακριβώς όπως αυτή που βρισκόμουν, με τους ίδιους θεατές, που παρακολουθούσαν στην οθόνη... Πέρα από τη διαπίστωση ότι μάλλον έχω διαβάσει αρκετά Μπόρχες, δεν μπορώ να πω ότι δεν βρήκα αρκετή αλήθεια σε αυτό το όνειρο.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 14, 2008

Όνειρο χειμερινής νυκτός

Πολλά και θαυμαστά και χρώματα λαμπερά είχε εκείνο το όνειρο. Νησιά που υψώνονταν πάνω από τη θάλασσα σε σχήμα μανιταριού, πόλεις με ουρανοξύστες, πόλεις στρωμένες με κάτι σαν χιόνι που όταν το δοκίμασα ήταν γλυκό σχεδόν σαν ζάχαρη, ζούγκλες με έναν τύπο που τον έλεγαν Πιμ και τον κυνηγούσαν τέρατα, ένα σκελετό που αντί για κόκαλα είχε πράσινες φτέρες και που στη θέση των ματιών είχε δυο βαθυκόκκινα λουλούδια, αρκουδογορίλες, τεράστιες αράχνες, σαν λεωφορεία, και άλλα πολλά θηρία. Κάποια στιγμή, βρέθηκα να περπατάω σε μια παραλία, νόμιζα ότι πατούσα πάνω σε παράξενους βραχώδεις σχηματισμούς, όταν αντιλήφθηκα να με κοιτούν θυμωμένα μάτια. Αργότερα, σε ένα γραφείο με βαριά δρύινα έπιπλα, έβλεπα το δήμαρχο και διάφορους άλλους να ανησυχούν για την κατάσταση. «Μην ανησυχείτε,» τους είπα «είστε μόνο το όνειρο κάποιου που σε λίγο θα ξυπνήσει».

Τρίτη, Απριλίου 08, 2008

Ονειρικός διάλογος

Ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος και ήμουν σε ένα νεκροταφείο, τα μνήματα από μάρμαρο, ψηλά και επιβλητικά. Παρακολουθούσα μαζί με άλλους μια κηδεία, όταν τον είδα να έρχεται προς το μέρος μου. Συνάδελφος κάποτε, έφυγε πέρυσι, ήταν ντυμένος στα μαύρα. Αισθάνθηκα άβολα, δεν είχα πάει στην κηδεία. Μου μίλησε πρώτος.

- Επ! Τι κάνεις; Είστε καλά όλοι;
- Ναι, ναι, καλά.

Με κοίταξε για λίγο διστακτικά.

- Για μένα τα έμαθες, ε;
- Ναι, μαθαίνονται αυτά.
.
Χαιρετιστήκαμε, όταν ξύπνησα αισθανόμουν άσχημα, δεν τον είχα ρωτήσει πώς είναι εκείνος.

Τετάρτη, Μαΐου 16, 2007

Ονειρική πομπή

Βρισκόμουν σε κάτι σαν αλάνα ή πλατεία ενός χωριού. Από κάπου άκουσα καμπάνες και μετά είδα να πλησιάζει προς τη γενική κατεύθυνσή μου μια παράξενη πομπή ανθρώπων. Μπροστά βάδιζε κάνοντας αδέξια ακροβατικά και ανοησίες κάποιος τρελός ή παλιάτσος που κρατούσε ένα ραβδί, χασκογελώντας, και πίσω ακολουθούσε ένα πλήθος ανθρώπων. Σε αντιδιαστολή με τα ζωηρά χρώματα και τη συμπεριφορά του «τρελού» που ακολουθούσαν, αυτοί οι άνθρωποι ήταν μουντοί, σαν να περιβάλλονταν από ένα γκρι νέφος, όχι τόσο μελαγχολικοί όσο χαμένοι στις σκέψεις τους, σε μια δική τους πραγματικότητα, απομονωμένοι εντελώς ο ένας από τον άλλο. Αμφιβάλλω αν καθένας από αυτούς ήταν σε θέση να αντιληφθεί την ύπαρξη του διπλανού του. Συνέχισαν να βαδίζουν μέχρι που άρχισαν να με προσπερνούν σε κάποια απόσταση, όταν άκουσα μια φωνή εντός μου: «Είναι το εκκλησίασμα που σχόλασε». Και άλλα πολλά είδα σε εκείνο το όνειρο, αλλά ίσως να μην είναι σωστό να γράψω για αυτά.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 25, 2006

Καταιγίδα


Η θύελλα μαινόταν γύρω του και, το χειρότερο, ήταν στη λάθος πλευρά του κιγκλιδώματος. Κρατούσε τα κάγκελα σφίγγοντας τα χέρια του με όση δύναμη είχε, ενώ η λαίλαπα φυσούσε ουρλιάζοντας σαν πληγωμένο θηρίο ακριβώς από πίσω του, απειλώντας να τον παρασύρει σαν μια νάιλον σακούλα. Ήταν πάνω σε μια πανύψηλη προκυμαία και κάτω, χαμηλά, άφριζε μια σκοτεινή, απειλητική θάλασσα, και έμοιαζε σαν να ετοιμαζόταν να αναδυθεί από αυτήν ο αρχαίος, ιχθυόμορφος θεός Ντάγκον. Ήταν κύμα αυτό ή η ράχη κάποιου πλάσματος της αβύσσου; Τα γκρι - μαύρα σύννεφα έτρεχαν σαν εκδιωγμένα δαιμόνια. Ο ορίζοντας μακριά φωτιζόταν από μια αμυδρή λάμψη που του έδινε μια απόκοσμη γκρι-ασημί απόχρωση και ο τρόμος έσφιγγε την καρδιά του. Σιγά, σιγά ένοιωθε τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν, σε λίγο θα γινόταν έρμαιο του ανέμου. Ο τρόμος του κορυφωνόταν, όταν από κάπου ακούστηκε ένας τραχύς, άγριος ήχος.

Άνοιξε τα μάτια του και άπλωσε τα χέρια του ψάχνοντας απεγνωσμένα το κουμπί για να σταματήσει το ηλεκτρικό ξυπνητήρι. Άναψε το φως και ανακάθισε στο κρεβάτι τρίβοντας το πρόσωπό του και με τα δύο χέρια του. Ακουμπισμένα στην καρέκλα ήταν τα ρούχα του γραφείου που είχε ετοιμάσει αποβραδίς και δίπλα η μαύρη Samsonite τσάντα του. Επιστράτευσε όλα τα αποθέματα θέλησης που διέθετε για να εγκαταλείψει τα ζεστά σκεπάσματα, δεν έπρεπε να αργήσει στη δουλειά. Αναλογίστηκε τη μέρα που τον περίμενε, τους συναδέλφους του, τους προϊσταμένους και τους υφισταμένους του, τους πελάτες και τους προμηθευτές, τα καθήκοντά του, τις ευθύνες του, τη διαδρομή με το αυτοκίνητό του στην κίνηση, το γυάλινο και μεταλλικό άχαρο κτίριο όπου εργαζόταν. Η φρίκη της καθημερινότητας που τον περίμενε ανέτελλε σταδιακά. Κούνησε το κεφάλι του μελαγχολικά. Αν είχε βρει το θάρρος να αφήσει εκείνα τα κάγκελα από μόνος του, πριν να κτυπήσει το ξυπνητήρι, μήπως ήταν τώρα κάπου καλύτερα;

Such the day as they, and we, have made,
I long for night and for darkness pray.