Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επετειακά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επετειακά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη, Νοεμβρίου 17, 2009
Εδώ Πολυτεχνείο...
Να είναι άραγε στους φοιτητές που τρώνε ξύλο στα αμφιθέατρα και στις βιβλιοθήκες, όχι από χωροφύλακες και παρακρατικούς, αλλά οργανωμένους κομματικούς στρατούς γενιτσάρων εξωκοινοβουλευτικών παρατάξεων και κοινοβουλευτικών κομμάτων, συμπεριλαμβανομένων και των δύο κομμάτων εξουσίας; Να είναι στο φόβο του φοιτητή κάθε φορά που εισέρχεται στο πανεπιστημιακό άσυλο των παρανόμων, των μικροεγκληματιών, των βιαστών, των μικροπωλητών, των κάθε λογής εξω/ενδοπανεπιστημιακών τρελαμένων και αφιονισμένων φονταμενταλιστών κάθε είδους; Να είναι στο ματσό περιβάλλον ελεύθερης ανταλλαγής κλωτσομπουνιδίων; Να είναι στο κτίσιμο των γραφείων των καθηγητών, στις απειλές και στις επιθέσεις; Να είναι στην ελευθερία κάποιων να τρομοκρατούν και να φιμώνουν, να καταλαμβάνουν και να οικειοποιούνται, και ας είναι και εξωπανεπιστημιακοί; Να είναι στα εργαστήρια κατασκευής μολότοφ; Να είναι στη βρωμιά, στα πτυχία χωρίς αντίκρισμα; Να είναι στους αιώνιους φοιτητές;
Στη μεταπολίτευση, μέχρι έφηβος, θυμάμαι ότι πήγαινα στο Πολυτεχνείο με συγγενείς ή φίλους. Σήμερα, τέτοιες μέρες, αποφεύγω να περάσω και από την περιοχή. Με ενοχλούν οι στομφώδεις, ξύλινες ανακοινώσεις των νεολερών που σε κάνουν να νοιώθεις κρατούμενος σε κομουνιστικό στρατόπεδο αναμόρφωσης, οι στριγκές ντουντούκες που τρίζουν και τσιρίζουν γδέρνοντας τα αυτιά στην προσπάθεια να εκπέμψουν επαναστατικά εμβατήρια, τα κοριτσάκια-κράχτες και τα λερά αγοράκια της ΚΝΕ που προσπαθούν να σου πασάρουν κουπόνια και το Ριζοσπάστη κάθε πέντε μέτρα, με ύφος οπαδών θρησκευτικής αίρεσης που έχουν υποστεί πλύση εγκεφάλου. Με ενοχλεί η βρωμιά και τα πανό από μουσαμά που κρέμονται παντού. Με ενοχλεί αυτό το πανηγυράκι της βρωμιάς, των κρωξιμάτων, της μιζέριας.
.
Το μόνο μέρος στο οποίο μπορώ να βρω λίγο Πολυτεχνείο, να έλθω λίγο σε επαφή με εκείνα τα γεγονότα, με εκείνη την ατμόσφαιρα, είναι κάποιες παιδικές αναμνήσεις. Είχα γράψει για κάποιες από αυτές, πέρυσι, εδώ.
Κυριακή, Νοεμβρίου 16, 2008
Μνήμες του '73
..
Βγήκα και σήμερα να κάνω την Κυριακάτικη βόλτα μου και καθώς περνούσα έξω από το Πολυτεχνείο, με την κακοφωνία των μεγαφώνων, με τις αναρίθμητες αφίσες, τα πανό, τις σημαίες, με νεαρές και νεαρούς ανά τρία μέτρα να μου προτείνουν αριστερίστικα έντυπα ή κουπόνια για την ενίσχυση του Κόμματος (ένα είναι το κόμμα που ξέχασε ο χρόνος), αναδύθηκαν κάποιες μνήμες της εποχής, συγκεχυμένα πράγματα, καθώς ήμουν στα έξι τότε. Θυμάμαι περισσότερο μια γενική ατμόσφαιρα που διαμορφωνόταν από τους μεγάλους του σπιτιού, θυμάμαι την ανησυχία για τον θείο μου, απόφοιτο της νομικής που τότε υπηρετούσε στον στρατό, θυμάμαι μια φράση «ο διοικητής τούς είπε να προσέχουν». Θυμάμαι διάχυτο φόβο, αλλά και έξαψη, ελπίδα, προσμονή. Θυμάμαι όμως πιο έντονα μια σκηνή, να έχουμε μαζευτεί όλοι ένα βράδυ μπροστά στην ασπρόμαυρη τηλεόραση και να παρακολουθούμε κάτι φοβισμένα παιδιά και έναν περίεργο τύπο με μαύρα γυαλιά να τους κάνει ερωτήσεις, λέγοντάς τους «να μη φοβούνται». Θυμάμαι τον πατέρα μου να λέει κάτι σαν «τα έκαψε τα παιδιά». Αυτά θυμάμαι περίπου από εκείνο τον Νοέμβριο.
Μερικά χρόνια αργότερα, στον ενθουσιασμό της μεταπολίτευσης, θυμάμαι να επισκέπτομαι το πολυτεχνείο και να βλέπω διάφορα εκθέματα που, αργότερα, έχοντας αποκτήσει γνώσεις, κατάλαβα ότι κάποια ήταν σχετικά και κάποια άσχετα. Τελευταία φορά που επισκέφτηκα το Πολυτεχνείο πρέπει να ήταν ή στο τέλος της δεκαετίας του 70 ή στις αρχές της επόμενης δεκαετίας. Από τότε που απέκτησα δική μου πολιτική συνείδηση, ένοιωσα εντελώς ξένος με αυτό τον εορτασμό, ξένος προς την ιδεολογία που αντιπροσώπευε, ξένος προς αυτή την ανούσια πορεία της κακομοιριάς που για κάποιο λόγο μου θυμίζει περιοδική τελετουργική παρέλαση δήλωσης υποταγής ενός λαού μπροστά από τον έπαρχο του «προστάτη» του - το ακριβώς αντίθετο από ό,τι υποτίθεται ότι είναι - και ξένος προς την εν γένει αισθητική του πράγματος. Κράτησα όμως δικό μου τον θαυμασμό για το θάρρος κάποιων ανθρώπων να σταθούν σε ένα μέρος και να πουν όχι στην πάνοπλη τυραννία, κράτησα εκείνη την ελπίδα μέσα στο σκοτάδι ότι κάτι μπορεί να αλλάξει προς το καλύτερο, κράτησα και την απέχθεια για τη φράση που ακούω να λένε μερικοί πότε - πότε, ότι «μια χούντα μας χρειάζεται». Δεν μπορώ βλέπετε να ξεχάσω εκείνο τον φόβο, εκείνη τη σκοτεινιά της ψυχής που περνούσε ακόμη και στα παιδιά, περισσότερο από τα πρόσωπα και τις ανάσες των μεγάλων και λιγότερο από τα λόγια που δεν καταλάβαιναν.
Νομίζω, τελικά, ότι μόνο μία φορά γιορτάστηκε σωστά το Πολυτεχνείο, εκείνον τον Νοέμβριο του '73.
Διαβάστε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο του Βασίλη Ραφαηλίδη, που θα σας προβληματίσει, στο καλό μπλογκ του Δόκτορα.
Μερικά χρόνια αργότερα, στον ενθουσιασμό της μεταπολίτευσης, θυμάμαι να επισκέπτομαι το πολυτεχνείο και να βλέπω διάφορα εκθέματα που, αργότερα, έχοντας αποκτήσει γνώσεις, κατάλαβα ότι κάποια ήταν σχετικά και κάποια άσχετα. Τελευταία φορά που επισκέφτηκα το Πολυτεχνείο πρέπει να ήταν ή στο τέλος της δεκαετίας του 70 ή στις αρχές της επόμενης δεκαετίας. Από τότε που απέκτησα δική μου πολιτική συνείδηση, ένοιωσα εντελώς ξένος με αυτό τον εορτασμό, ξένος προς την ιδεολογία που αντιπροσώπευε, ξένος προς αυτή την ανούσια πορεία της κακομοιριάς που για κάποιο λόγο μου θυμίζει περιοδική τελετουργική παρέλαση δήλωσης υποταγής ενός λαού μπροστά από τον έπαρχο του «προστάτη» του - το ακριβώς αντίθετο από ό,τι υποτίθεται ότι είναι - και ξένος προς την εν γένει αισθητική του πράγματος. Κράτησα όμως δικό μου τον θαυμασμό για το θάρρος κάποιων ανθρώπων να σταθούν σε ένα μέρος και να πουν όχι στην πάνοπλη τυραννία, κράτησα εκείνη την ελπίδα μέσα στο σκοτάδι ότι κάτι μπορεί να αλλάξει προς το καλύτερο, κράτησα και την απέχθεια για τη φράση που ακούω να λένε μερικοί πότε - πότε, ότι «μια χούντα μας χρειάζεται». Δεν μπορώ βλέπετε να ξεχάσω εκείνο τον φόβο, εκείνη τη σκοτεινιά της ψυχής που περνούσε ακόμη και στα παιδιά, περισσότερο από τα πρόσωπα και τις ανάσες των μεγάλων και λιγότερο από τα λόγια που δεν καταλάβαιναν.
Νομίζω, τελικά, ότι μόνο μία φορά γιορτάστηκε σωστά το Πολυτεχνείο, εκείνον τον Νοέμβριο του '73.
Διαβάστε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο του Βασίλη Ραφαηλίδη, που θα σας προβληματίσει, στο καλό μπλογκ του Δόκτορα.
.
Υ.Γ. Δεν αρκεί να μην τρως ξύλο για να λες ότι ζεις σε δημοκρατία. Εξάλλου, και τότε, κανένας δεν έδερνε τους φιλήσυχους.
Σάββατο, Οκτωβρίου 27, 2007
Επετειακόν
Τον λέγαμε θείο, σύζυγος της αδελφής του παππού μου από την πλευρά της μητέρας μου. Τη δεκαετία του 70, όταν πηγαίναμε σχεδόν κάθε χρόνο στην Κρήτη οικογενειακώς, μας φιλοξενούσε όταν φεύγαμε από το χωριό του πατέρα μου για να μείνουμε στους συγγενείς της μητέρας μου. Ο θείος ήταν ένας καλοσυνάτος, μεγαλόσωμος άνδρας με μουστάκι που λάτρευε εμένα και την αδελφή μου και όλο παρότρυνε τη θεία μου να μας περιποιείται και να μας ταΐζει με ό,τι καλύτερο είχαν από τα ζωντανά τους, αυγά από τις κότες και γάλα από τις κατσικούλες.Ο θείος είχε και ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, φορούσε πάντα κάτι άρβυλα, από το πρωί που σηκωνόταν μέχρι το βράδυ που έπεφτε για ύπνο, σαν να ήταν μέρος του σώματός του. Ο θείος περπατούσε βαριά με αυτά τα άρβυλα και η γη έτριζε κάτω από το βήμα του. Δεν φορούσε τίποτε άλλο, ούτε παπούτσια, ούτε παντόφλες, ούτε σαγιονάρες. Αν καμιά φορά εμείς τα παιδιά σηκωνόμασταν νωρίς ή τύχαινε να τον δούμε να κάθεται στο κρεβάτι του πριν να πέσει για ύπνο, τις στιγμές δηλαδή που φορούσε ή έβγαζε τα άρβυλά του, νοιώθαμε κάτι μεταξύ δέους και φόβου. Ο θείος δεν είχε πόδια σαν όλους τους άλλους ανθρώπους. Από το ένα πέλμα του έλλειπαν τα δάκτυλα και το μισό τμήμα μέχρι τον αστράγαλο, από το άλλο πόδι έλειπε όλο το πέλμα. Αν και ο θείος δεν μιλούσε για αυτό, ξέραμε ότι για τα πόδια του έφταιγε κάτι που λεγόταν κρυοπαγήματα.
Ο θείος είχε αφήσει αυτά τα κομμάτια από το σώμα του σε κάτι παγωμένες βουνοκορφές και μετά τον πόλεμο είχε λάβει μια άδεια περιπτέρου. Δεν ξέρω τι ένοιωθε και τι σκεπτόταν για όλα αυτά που είχε περάσει. Όσο ζούσε ήμουν πολύ μικρός για να τον ρωτήσω. Τον θυμάμαι κάποιες στιγμές αυτές τις ημέρες. "Ο θείος ο ανάπηρος", τον λέγαμε εγώ και η αδελφή μου, για να τον ξεχωρίζουμε από τους άλλους συγγενείς, χωρίς ίχνος πολιτικής ορθότητας, αλλά με κάποια τρυφερότητα. Ελπίζω να περπατάει τώρα κάπου ξυπόλητος, σε μια ζεστή ακρογιαλιά, και τα πόδια του, που υπέφεραν από τον πάγο, να δέχονται το χάδι της άμμου και του αφρού μιας καλοκαιρινής θάλασσας.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

