Από μικρός είχα τάσεις αναχωρητισμού. Αντίθετα με όλα τα άλλα παιδιά, σιχαινόμουν τα παιδικά πάρτι και τις γιορτές. Από τότε που απέκτησα λόγο και θέληση, αυτά έλαβαν τέλος, ελάχιστες ήταν οι γιορτές και τα πάρτι που πήγα και αυτά μόνο των στενότερων φίλων μου. Ακόμη και σήμερα, ακόμη και οι συγγενείς με τους οποίους διατηρώ επαφή, πέραν του πολύ στενού οικογενειακού μου περιβάλλοντος, είναι ελάχιστοι. Δεν είναι λίγες οι φορές που έχω την αίσθηση ότι οι πολλές επαφές με τους ανθρώπους, αυτό που λέγεται κοινωνικές συναναστροφές και υποχρεώσεις, ευτελίζουν, σε κάνουν να νοιώθεις άδειος, κενός.Θυμάμαι πολλές φορές μια από τις αγαπημένες μου σειρές στην τηλεόραση όταν ήμουν μικρός. Λεγόταν Grizzly Adams και πρέπει να προβαλλόταν κάπου στα τέλη της δεκαετίας του 70 ή αρχές της δεκαετίας του 80. Ακόμη και σήμερα, η ζωή που έκανε ο ήρωας της σειράς εκείνης φαντάζει στα μάτια μου ως ο ιδανικός τρόπος να ζεις και είναι μια φαντασίωση απόδρασης. Ένας άνθρωπος διώκεται για ένα έγκλημα που δεν διέπραξε και πηγαίνει να ζήσει στα βουνά. Στο δρόμο, σώζει από ένα γκρεμνό ένα μικρό αρκουδάκι, το οποίο γίνεται αργότερα ένας θεόρατος αρκούδος και ο καλύτερος φίλος του. Στα βουνά, ορκίζεται να μη βλάπτει όσο μπορεί τα άλλα πλάσματα και ζει μια αυτάρκη ζωή σε αρμονία με τη φύση. Ουσιαστικά γίνεται ένα με τη φύση, φροντιστής και προστάτης των πλασμάτων της, σχεδόν ένα πνεύμα της φύσης (στα δύσκολα καθαρίζει και ο αρκούδος). Αργότερα, διαβάζοντας Tolkien, ο χαρακτήρας αυτός συνδέθηκε στο μυαλό μου με τον Beorn, τον άνθρωπο(;) αυτό που ζούσε στα δάση φροντίζοντας τα ζώα του και που είχε την ικανότητα να παίρνει τη μορφή και τη δύναμη μιας υπερφυσικής αρκούδας.
Ονειρεύομαι λοιπόν συχνά την ημέρα που κάποιοι θα μπουν στο σπίτι μου βρίσκοντας τον υπολογιστή αναμμένο και κάποια μετάφραση μισοτελειωμένη, διότι εγώ δεν θα ανήκω πλέον σε αυτό τον κόσμο, θα έχω κόψει πλέον τη σχέση μου με την κοινωνία των ανθρώπων και δεν θα είμαι εδώ, θα είμαι σε ένα δάσος, σε ένα μαγικό βουνό, θα ζω σε μια πέτρινη καλύβα που θα έχω χτίσει με τα χέρια μου και θηρία και δαίμονες θα φυλάνε την περίμετρο του κόσμου μου, ενώ εγώ θα αφουγκράζομαι σε έκσταση τη νότα που εκπέμπει το γαλάζιο του ουρανού ή τη συμφωνία της καταιγίδας, ή θα νοιώθω το χάδι του παγωμένου βορινού ανέμου ανάμεσα στα γένια μου ή θα μιλώ με τα αδέλφια μου, τα σκαθάρια, τους λύκους, τα πτηνά, τα σκουλήκια, τα σοφά, υπεραιωνόβια δέντρα, τα χαριτωμένα αγριολούλουδα. Αλίμονο σε όποιον επιχειρήσει να περάσει αυτή την περίμετρο, να εισβάλει στον μαγικό μου κύκλο.
Τέλος πάντων, παρασύρθηκα πάλι και δεν έχω πιει και τίποτα αλκοολούχο. Ίσως να φταίνε τα δάκρυα του δράκου. Η μαγική λέξη για εμένα είναι «αυτάρκεια», να ζεις μόνος σου, να ζεις με τις δικές σου δυνάμεις, να ζεις αρμονικά με τη φύση και με αξιοπρέπεια. Δυστυχώς, γράφω έγκλειστος από τη φυλακή μιας πολυκατοικίας, μιας αποθήκης μικροαστών που αλληλομισούνται πίσω από χαμόγελα και καλημέρες, και σέρνω στις σκόνες βρωμερών δρόμων την ψυχή μου. Συγχωρέστε το παραλήρημα, κάτι τέτοια είναι συνηθισμένα σους φυλακισμένους. Πάω να ανάψω κάνα κεράκι στον Άγιο Σοπενχάουερ του "Obit anus, abit onus", είναι σε λίγες μέρες και τα 220 χρόνια από τη γέννησή του (22 Φεβρουαρίου 1788).
.
Υ.Γ. Ήθελα να ασχοληθώ με κάποια θέματα περί (μη) ελευθερίας του λόγου και για τα χάλια της δικαιοσύνης στη χώρα μας, αλλά μια έντονη αίσθηση αηδίας και δυσφορία δεν με άφησε. Δείτε εδώ (μην παραλείψετε να δείτε στα σχόλια και τις απειλές για μηνύσεις), εδώ (για τη συνέχεια), εδώ (για να δείτε πως ακόμη και οι βασανιστές σέρνουν τα θύματά τους στα δικαστήρια για δυσφήμιση) και... και... η κατρακύλα αυτής της χώρας χωρίς πάτο δεν έχει τέλος.



Στις 9 Φεβρουαρίου, ημέρα Σάββατο, κατάληψη/συγκέντρωση διαμαρτυρίας στον σταθμό του μετρό στο Σύνταγμα!