Έτρεχα κάποτε σε εκείνο το πάρκο, που τώρα αναπλάθεται (για να δούμε τι θα δούμε), περνούσα και από μια μικρή πλατεία. Στο κέντρο της υπήρχε ένας στρογγυλός χώρος, υποτίθεται πρασίνου, όπου όμως το μόνο που υπήρχε πλέον, μετά από το πέρασμα αναρίθμητων ποδιών, ήταν μια στρογγυλή νησίδα πατημένου χώματος και ελάχιστο χόρτο. Ωστόσο, επέμενα να κάνω το γύρο της, αποφεύγοντας να πατήσω στη νησίδα με το χώμα, ακόμη και όταν άλλοι δρομείς περνούσαν τρέχοντας σε ευθεία, πατώντας την. Φανταζόμουν τι θα σκέπτονταν εκείνοι που επέλεγαν να πατήσουν στη νησίδα "Αφού δεν φυτρώνει κάτι εκεί που πατάω, γιατί να την αποφύγω;". Η δική μου σκέψη ήταν άλλη "Το χώμα θα μένει πάντα χώμα όσο το πατάς, πρέπει να δώσεις χώρο για να φυτρώσει κάτι, για να απλωθεί το χορτάρι ξανά. Αν δεν επιτρέπεις τη δυνατότητα της ομορφιάς, πώς μπορείς να καταριέσαι την ασχήμια;"..
Κάποιοι άνθρωποι κοιτάζουν ένα κομμάτι πατημένο χώμα και βλέπουν μόνο πατημένο χώμα, κάποιοι άλλοι βλέπουν ένα κομμάτι πατημένου χώματος και βλέπουν και πράσινο, δροσερό χορτάρι και όμορφα λουλούδια και ίσως και ένα δέντρο, οραματίζονται αυτό που μπορεί να είναι και του επιτρέπουν να γίνει "είναι". Οι πρώτοι ίσως και να είναι αυτοί που διαμαρτύρονται εντονότερα για την αφροντισιά και την εγκατάλειψη της μικρής πλατείας, αλλά και του πάρκου, της πόλης, του κόσμου, αλλά ποτέ δεν θα σκεφτούν να κάνουν τον γύρο της πλατειούλας. Αν ποτέ κάποιος αποφασίσει να κάνει κάτι για την πλατεία, θα πρέπει να βάλει φράχτη και αστυνόμο, αλλιώς αυτοί θα εξακολουθήσουν να τσαλαπατούν το χώμα και τον σπόρο, και τότε θα διαμαρτύρονται και για την ασχήμια, και για το φράχτη και για τον αστυνόμο, που προκάλεσαν αυτοί οι ίδιοι. Λυπάμαι για αυτούς τους ανθρώπους, λυπάμαι για τη μιζέρια τους και την τυφλότητά τους.
Σημείωση: Αυτό δημοσιεύθηκε κατόπιν παράκλησης της Λώρας, που προσπάθησε μάταια να κάνει την πλατειούλα ξανά πράσινη.







- Εσύ θα την πληρώσεις για όλους ρε καθίκι! Ακούς εκεί στου «κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα!» Θα σε λιανίσω ρε!