Κυριακή, Ιουλίου 29, 2007

ΟΙ ΤΟΚΟΓΛΥΦΟΙ - μέρος β'

Ας απαντήσω λοιπόν ξεκινώντας από μια απλή αρχή της οικονομίας. Όταν είσαι ο πρώτος που δανείζεται για να αποκτήσει ένα αγαθό, έχεις ένα σαφές πλεονέκτημα, αποκτάς πόρους που δεν θα είχες αλλιώς (με αντάλλαγμα βέβαια τα μελλοντικά εισοδήματά σου) και, αντί να αποκτήσεις το μικρό αμαξάκι που αρχικά μπορούσες να αγοράσεις, αποκτάς εκείνο το σπορ θηρίο που σου γυάλισε. Τι γίνεται όμως όταν όλο και περισσότεροι μιμούνται το παράδειγμά σου; Απάντηση: η ζήτηση αυξάνεται, η προσφορά χρήματος αυξάνεται, οι τιμές ανεβαίνουν, πληθωρισμός. Για να το θέσουμε κάπως ακραία, σε μια οικονομία όπου όλοι δανείζονται, καταλήγεις τελικά να δανείζεσαι για να αποκτήσεις, όχι το μεγάλο αμάξι, αλλά το ίδιο μικρό αμαξάκι που πριν θα μπορούσες να αγοράσεις μόνο με τις αποταμιεύσεις σου. Κάτι τέτοιο έχει συμβεί στην αγορά ακινήτων. Θυμάμαι μια εποχή όταν η αγορά ενός σπιτιού ήταν κάτι εφικτό για ένα μισθωτό που έκανε οικονομίες, ακόμη και χωρίς δάνειο! Σήμερα, ακόμη και αν είναι κάποιος υψηλόμισθος, πρέπει να χρεώσει και τα τρισέγγονά του για να πάρει ένα κ@*!%διαμερισματάκι. Δεύτερο σημείο, οι καταθέσεις, γενικά η αποθήκευση πλούτου με οποιαδήποτε επένδυση, δεν είναι ντεμοντέ, όσο και αν μερικοί προσπαθούν να πείσουν για το αντίθετο, είναι παράγοντας ασφάλειας και σταθερότητας και για το νοικοκυριό και για την οικονομία. Οι αποταμιεύσεις συντηρούν την οικονομία στα χαμηλά σημεία του κύκλου της, στηρίζουν την οικονομική δραστηριότητα μέσω του λελογισμένου δανεισμού και, φυσικά, προσφέρουν μεγαλύτερη (οικονομική) ελευθερία και ασφάλεια στον άνθρωπο.

Φέρνω στο νου μου τον γιάπι σε μερικά αμερικανικά έργα. Ζει σε ένα τεράστιο σπίτι με πισίνα, έχει 2 σπορ αμάξια στο γκαράζ, ζει στη χλιδή και την κοσμικότητα και, όταν του ανακοινώνεται ξαφνικά η απόλυσή του, εκεί που σκέπτεσαι, επηρεασμένος ίσως ακόμη από την πιο συντηρητική ελληνική αντίληψη περί αποταμίευσης, «και τι έγινε, σκέψου πόσα θα έχει μαζέψει» βλέπεις ότι αναγκάζεται να πωλήσει τα πάντα και μέσα σε μερικές μέρες ζητιανεύει στο δρόμο. Δεν είχε τίποτα δικό του, δεν αποταμίευε τίποτα, ζούσε πάντα, όχι στο όριο των πόρων του, αλλά πέρα από αυτό, χρωστώντας και εκταμιεύοντας τις μελλοντικές του αποδοχές και ελπίζοντας ίσως στην επόμενη προαγωγή για την εξόφληση του σκάφους. Ένας άνθρωπος δούλος των πραγμάτων και του χρήματος, αφού, πίσω από το υποτιθέμενο κουβαρνταλίκι του, είχε καταδικάσει τον εαυτό του στο να τρέχει συνεχώς πίσω από το χρήμα. Σήμερα, δεν χρειάζονται δουλέμποροι, υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων που είναι πρόθυμοι να πουλήσουν οι ίδιοι τους εαυτούς τους στο σκλαβοπάζαρο και τα δεσμά δεν τους τα φοράει μόνο ο εργοδότης, αλλά περισσότερο η τράπεζα και η κάρτα.

Ας έλθουμε όμως και στο επιχείρημα της ανάπτυξης που ενισχύει ο δανεισμός. Όπως σε όλα τα πράγματα, υπάρχει ένα μέτρο. Όπως προείπα, δεν αντιτίθεμαι σε κάθε δανεισμό, αντιτίθεμαι όμως σαφώς στον καταναλωτικό δανεισμό. Στο μοντέλο που θέλει να ζεις πέραν των εισοδημάτων σου, πουλώντας το μέλλον σου. Αντίθετα, πιστεύω στο να ζεις κάτω των ορίων που σου επιτρέπουν τα εισοδήματά σου, αποταμιεύοντας μέρος τους και εξασφαλίζοντας μεγαλύτερη οικονομική ελευθερία, κάτι που αποτελεί επίσης από μόνο του αγαθό, περισσότερο από ένα καλό αυτοκίνητο. Το να ζεις συνετά βέβαια δεν είναι δύσκολο, εάν, όπως ελπίζω, αναγνώστες, προτιμάτε ένα καλό βιβλίο από το να παρακολουθείτε σκουπίδια σε γιγαντοοθόνες ή να κάνετε φιγούρα με το αμάξι, πηγαίνοντας με τη χαζογκόμενα στο σκυλομάγαζο. Βεβαίως, όλοι συμφωνούν επί της αρχής, και οι τράπεζες, ότι ο δανεισμός όσο μπορεί να δρα ενισχυτικά στην οικονομία, τόσο μπορεί, πέραν ενός ορίου, να την εξουθενώσει και να την οδηγήσει σε παρατεταμένη ύφεση ή να επιτείνει υφέσεις. Κάτι τέτοιο συνέβη για ένα διάστημα στην Αγγλία τη δεκαετία του 90, όταν η δανειακή επέκταση άφησε τα νοικοκυριά εξουθενωμένα και ανίκανα να αντεπεξέλθουν σε μια περίοδο ύφεσης, με αποτέλεσμα δραματική αύξηση των επισφαλών δανείων και των κατασχέσεων που δημιούργησαν κρίση και επέτειναν την ύφεση. Ο υπερβολικός δανεισμός λοιπόν μπορεί να βαθύνει τις υφέσεις και να εξαντλήσει την οικονομία, αφήνοντάς την ανίκανη να ανακάμψει μετά από κρίσεις, όπως, π.χ. μετά από μια μεγάλη αύξηση των τιμών του πετρελαίου. Τι περιθώρια έχει ένα χρεωμένο νοικοκυριό όταν σε μια ύφεση μειώνονται τα εισοδήματά του; Φυσικά, μόνο ένα μπορεί να κάνει, περικόπτει τις δαπάνες του, δεινοπαθώντας το ίδιο και, σε μακροοικονομικό επίπεδο, συμβάλλοντας στην επιδείνωση και στην επιμήκυνση της περιόδου της ύφεσης.

Ο υπέρμετρος/καταναλωτικός δανεισμός όμως έχει και μια άλλη συνέπεια που εγώ θεωρώ ιδιαίτερα σημαντική, και από ηθική άποψη. Πρόκειται για την άδικη αναδιανομή πλούτου που συνεπάγεται. Αυτό είναι αποτέλεσμα της απομύζησης κεφαλαίων από τις τράπεζες μέσω των υψηλών επιτοκίων αλλά και του πληθωρισμού που τον συνοδεύει. Η ανάπτυξη που φέρνει είναι ετεροβαρής και ωφελεί πρωτίστως τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και σε μικρότερο βαθμό τις επιχειρήσεις, ενώ προκαλεί ζημία σε όσους εξαρτώνται από σταθερά εισοδήματα ή δεν έχουν περιθώρια για αυξήσεις, π.χ. μικρές επιχειρήσεις που δεν ασκούν μονοπωλιακή/ολιγοπωλιακή δύναμη. Καταναλώνεις περισσότερα, δίνοντας στις επιχειρήσεις, αλλά πολύ περισσότερα καλείσαι να πληρώσεις στην τράπεζα και, το σημαντικότερο, υποθηκεύοντας το μέλλον σου! Θέλετε μια ένδειξη για αυτή την αναδιανομή; Ρίξτε μια ματιά στα όλο και αυξανόμενα κέρδη των τραπεζών που έχουν φτάσει πλέον σε δυσθεώρητα ύψη (μια ενδεικτική είδηση, αντιπροσωπευτική των τελευταίων ετών: «...Κατά 33% θα ενισχυθούν κατά μέσο όρο τα καθαρά κέρδη των ελληνικών τραπεζών και το β τρίμηνο του 2007...», «....«οδηγούμενα» από έκτακτα κέρδη αλλά και την ισχυρή επέκταση της τράπεζας στη στεγαστική και λιανική πίστη...»). Πείτε μου, ποιος άλλος κλάδος έχει τέτοια ανάπτυξη; Πείτε μου, πόσων εργαζομένων οι αποδοχές αυξήθηκαν κατά το ένα δέκατο αυτού του ποσοστού; Είναι τόσο τσακάλια τα στελέχη των τραπεζών ώστε να δημιουργούν τόσο πλούτο; Μήπως ο πλούτος αυτός είναι προϊόν αφαίμαξης της υπόλοιπης οικονομίας; Ζούμε σε ένα όλο και ισχυρότερο τραπεζοκεντρικό και τοκογλυφικό σύστημα. Προτιμώ χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης με καλύτερη κατανομή αυτής της ανάπτυξης σε όλη την κοινωνία και την οικονομία. Οι τοκογλύφοι προσφέρουν το μέλι πάνω στο μαχαίρι και περιμένουν τους αφελείς που, αφού γλυκαθούν, θα κόψουν τη γλώσσα τους.

Με βάση τα παραπάνω λοιπόν, πιστεύω ότι όποιος δανείζεται, είτε μέσω της πιστωτικής κάρτας του είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο για να αγοράσει αυτοκίνητο, τηλεόραση, γκατζετάκια, εκείνο το ακριβό σακάκι ή φόρεμα ή το τζιν φίρμας, κάνει κακό, κάνει κακό στον εαυτό του και κάνει κακό και γενικά στην κοινωνία.

Παρά τα όσα έσουρα λοιπόν παραπάνω στις τράπεζες, δεχόμενος για τους σκοπούς του παρόντος κειμένου ότι όλοι οι πολίτες είναι υπεύθυνοι των πράξεών τους και όχι ενεργούμενα, την ευθύνη για τον γιγαντισμό των τοκογλύφων την φέρουν όσοι συμπεριφέρονται με αυτό τον ανεύθυνο τρόπο, ικανοποιώντας τον καταναλωτισμό τους με την πίστωση. Ευθύνη βέβαια φέρουν και όσοι αρμόδιοι φορείς δεν τους ενημερώνουν και τους αφήνουν να υφίστανται αυτή τη συνεχή πλύση εγκεφάλου από τις αναρίθμητες πλέον διαφημίσεις καρτών και τραπεζών, που προβάλλουν ηλίθιους που οργάζουν από χαρά για το δάνειο και το επιτόκιο που τους βαρύνει. Ακόμη και στα ακίνητα, δεν θα έπρεπε να είχαμε οδηγηθεί σε αυτές τις ακραίες τιμές που μετατρέπουν μια από τις βασικότερες ανθρώπινες ανάγκες, τη στέγαση, σε άπιαστο όνειρο. Ακόμη και για την αγορά κατοικίας, δεν πρέπει, ή δεν θα έπρεπε τουλάχιστον, κανένας νέος άνθρωπος να είναι αναγκασμένος να εργάζεται για την τράπεζα για το σύνολο του εργασιακού του βίου και να πληρώνει και από τη σύνταξή του, γινόμενος ισόβιος «υπηρέτης» ενός δανείου για ένα διαμερισματάκι. Πάρε κόσμε δάνεια! Πάρε δάνειο για διακοπές! Πάρε δάνειο για τηλεόραση! Πάρε δάνειο για να σπουδάσεις! Πάρε δάνειο για να παντρευτείς! Πάρε δάνειο για να κάνεις παιδί! Πάρε δάνειο για να εξοφλήσεις τα δάνεια (η νέα μόδα, μεταφορά δανείων, ο δανειολήπτης πινγκ-πονγκ) και πάρε και δάνειο για να σε κηδέψουν!

Θυμήθηκα τώρα αυτή τη διαφήμιση με τη μεταφορά δανείων. Ένας τύπος πάει στην τράπεζα έχοντας μαζέψει το ποσό για να εξοφλήσει την οφειλή του. Όταν πάει να το κάνει αυτό, όλοι τον σταματούν σαν να πρόκειται να κάνει μια μεγάλη βλακεία. «Μα γιατί; Τώρα, μπορείτε να πληρώνετε τη χαμηλότερη δόση με επιτόκιο μόνο .....%!». Περιχαρής λοιπόν ο «έξυπνος» τύπος πληρώνει την ελάχιστη δόση. Σωστά, γιατί να εξοφλήσεις το δάνειό σου και να απαλλαγείς από αυτό, αφού μπορείς να κρατήσεις τα χρήματά σου και να τα τοκίζεις με ένα κλάσμα του επιτοκίου που θα πληρώνεις; Τι ωραία που είναι να χρωστάς και να πληρώνεις τόκους! Λοιπόν, οι ειδικοί του μάρκετινγκ πρέπει να έχουν κατασταλάξει στο ότι το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας αποτελείται από βλάκες και απευθύνονται σε αυτούς, λέτε να έχουν δίκιο;

Αντί επιλόγου
Ελπίζω οι σκουριασμένες οικονομικές μου γνώσεις, λόγω ετεροαπασχόλησης, να μην με οδήγησαν σε σοβαρά λάθη. Γνωρίζω ότι πολλές από τις παραπάνω απόψεις αποτελούν θέμα εκτίμησης και ότι αποτελούν αντικείμενο της οικονομικής έρευνας. Το παραπάνω κείμενο αποσκοπεί στο να παράσχει ένα ερέθισμα για οικονομικά θέματα που απασχολούν όλους και να επισημάνει κάποιες παραμέτρους, όπως τις αντιλαμβάνομαι εγώ.

Παρασκευή, Ιουλίου 27, 2007

ΟΙ ΤΟΚΟΓΛΥΦΟΙ - μέρος α΄

Προσοχή, ακολουθεί κείμενο μακρύ, βαρύ και οικονομικό.


Χτύπησε πάλι το τηλέφωνο. Ήταν από μια τράπεζα, ήθελαν να μου προτείνουν λέει ευνοϊκούς όρους για τη μεταφορά υπολοίπου από δάνεια και πιστωτικές κάρτες. Απήντησα όπως πάντα, «λυπάμαι, αλλά δεν δανείζομαι και δεν κάνω συναλλαγές με πίστωση». Έχω μια πιστωτική κάρτα, τη χρησιμοποιώ σπανιότατα, μόνο όταν πρόκειται να κάνω μια μεγάλη αγορά και δεν θέλω να μεταφέρω μαζί μου πολλά μετρητά. Εξοφλώ ολόκληρο το ποσό χρησιμοποιώντας το άτοκο χρονικό όριο των 30 ημερών. Η συνδρομή της είναι δωρεάν, ίσως να έχει υψηλό επιτόκιο, αλλά δεν με ενδιαφέρει ποιο είναι αυτό, δεν πρόκειται να με επιβαρύνει ποτέ.

Θυμάμαι μια φορά που πήρε πάλι μια νεαρή (αν κατάλαβα σωστά από τη φωνή) υπάλληλος κάποιας τράπεζας για να μου προτείνει κάρτα με χαμηλό επιτόκιο. «Σας ευχαριστώ αλλά δεν με ενδιαφέρει, έχω κάρτα με δωρεάν ισόβια συνδρομή και εξοφλώ πάντα όλο το ποσό εντός του άτοκου ορίου» ήταν η απάντησή μου. «Τι λέτε, είστε λοιπόν καλός πελάτης της τράπεζας» μου είπε η νεαρά κάπως ειρωνικά. Τι να της έλεγα; Να της έκανα απλά μαθήματα οικονομίας από το τηλέφωνο; Να της εξηγούσα ότι είμαι ο χειρότερος πελάτης πιστωτικής κάρτας που μπορεί να έχει μια τράπεζα, εκτός όσων απλώς «βαράνε το κανόνι» χωρίς να έχουν τίποτα στο όνομά τους ή «γίνονται καπνός» αφού υπερφορτώσουν τις κάρτες τους; Να της εξηγούσα ότι μια τράπεζα αντλεί έσοδα από τις πιστωτικές κάρτες α) από τις επιχειρήσεις που συμμετέχουν, β) από τις συνδρομές και, κυρίως, γ) από τα τοκογλυφικά επιτόκια που εισπράττει από τα κορόιδα - πελάτες που πληρώνουν δόσεις και ότι από εμένα δεν εισπράττει ούτε το (β) ούτε το (γ); (Αφήνοντας στην άκρη το γεγονός ότι χρησιμοποιώ την κάρτα περίπου μία ή δύο φορές το χρόνο.) Να της εξηγούσα ακόμη ότι αυτή η πρακτική βεβαίως και με συμφέρει, αφού ο τόκος που θα εισέπραττα εάν άφηνα κατατεθειμένο το ποσό που καταβάλλω για να εξοφλήσω συνολικά και άτοκα τις οφειλές από την κάρτα θα ήταν ένα κλάσμα του επιτοκίου με το οποίο θα επιβαρυνόμουν εάν εξοφλούσα την κάρτα με έντοκες δόσεις; Αλλά τι να πεις; Παραπέμπω στο εξαίρετο δοκίμιο του Ευάγγελου Λεμπέση «Η ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΒΛΑΚΩΝ ΕΝ ΤΩ ΣΥΓΧΡΟΝΩ ΒΙΩ».

Κατά την ταπεινή μου άποψη (σεμνά και ταπεινά που λένε), όποιος δανείζεται για λόγους εκτός: α) της αγοράς κατοικίας, β) στο πλαίσιο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και πάντα με σύνεση και γ) για την κάλυψη πιεστικής, σοβαρής ανάγκης (όπως έξοδα νοσηλείας), είναι θύμα και ανόητος.

Το μοντέλο με το οποίο λειτουργούν οι τράπεζες έχει αλλάξει ως προς τις ισορροπίες του τις τελευταίες δεκαετίες. Όπως είναι γνωστό, μια τράπεζα λειτουργεί με κάποια ίδια κεφάλαια και προσελκύοντας καταθέσεις τις οποίες διοχετεύει στους δανειολήπτες της. Εν συνεχεία, από τους δανειολήπτες εισπράττει τόκους, οι οποίοι, μαζί με τις αμοιβές της τράπεζας για άλλες υπηρεσίες (πληρωμές, εμβάσματα κ.λπ.) αποτελούν τα έσοδά της. Από αυτά τα έσοδα καλύπτει τους τόκους που καταβάλλει στους καταθέτες, τα διαχειριστικά έσοδά της και το περιθώριο κέρδους που αποδίδει τους μετόχους της, ενώ πρέπει να διατηρεί και κάποια αποθεματικά για λόγους ασφαλείας.

Κάποτε, οι τράπεζες βασίζονταν πολύ περισσότερο στην πλευρά των καταθέσεων. Προσπαθούσαν ενεργά να προσελκύσουν καταθέσεις, τις οποίες διοχέτευαν στους δανειολήπτες τους με αυστηρά και συντηρητικά κριτήρια, με εμπράγματες εγγυήσεις κ.λπ. Σήμερα, οι τράπεζες, έχουν τους καταθέτες... εμ..., δεν θα πω αφοδευμένους, αλλά σίγουρα δίνουν πολύ μικρότερο βάρος σε αυτούς. Οι τράπεζες βασίζονται πλέον στην επέκταση της πελατειακής βάσης των δανειοληπτών τους, καθώς αυτό είναι περισσότερο επικερδές, με την προϋπόθεση να γίνεται με κάποια ασφάλεια. Από την άλλη πλευρά, ο όρος «ασφάλεια» είναι σχετικός και αυτή μπορεί να επιτευχθεί με πολλούς τρόπους. Για παράδειγμα, σε μια αναπτυσσόμενη οικονομία, όταν το spread* της τράπεζας είναι μεγάλο (εισπράττει υψηλούς τόκους από τους δανειολήπτες και καταβάλλει χαμηλούς τόκους στους καταθέτες - όπως συμβαίνει ιδιαίτερα στην Ελλάδα όπου έχουμε από τα μεγαλύτερα spread), η τράπεζα δεν χρειάζεται να ανησυχεί πολύ αν «σκάσουν» και μερικά δάνεια, καθώς αυτά υπερκαλύπτονται από τα πολύ υψηλά κέρδη της. Μάλιστα, θα έλεγα ότι τη συμφέρει να μην είναι και «υπερβολικά» προσεκτική. Εξάλλου, με τους υψηλούς τόκους υπερημερίας (ας μην ξεχνάμε ότι μέχρι πρόσφατα στην Ελλάδα ίσχυε το «the sky is the limit» και σου έπαιρναν το σπίτι για εκείνο το δανειάκι των 500 ευρώ) τις πιο πολλές φορές μια τράπεζα βγαίνει μάλλον κερδισμένη παρά χαμένη όταν ένας πελάτης της δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του.

Σήμερα λοιπόν, πιστεύω ότι μια τράπεζα προτιμάει να έχει περισσότερους επενδυτές (για να τροφοδοτείται με κεφάλαια) και δανειολήπτες (για να τους ξεζουμίζει) και πολύ λιγότερο ενδιαφέρεται για καταθέτες. Είναι χαρακτηριστικό ότι, αν δείτε στοιχεία από τις περισσότερες τράπεζες, ο λόγος δανείων προς καταθέσεις έχει εκτοξευθεί τα τελευταία χρόνια και συνεχίζει να αυξάνεται. Δηλαδή, τα δάνεια έχουν αυξηθεί αναλογικά πολύ περισσότερο σε σχέση με τις καταθέσεις (χαρακτηριστικά, τράπεζα που έδινε έμφαση στις καταθέσεις άλλαξε προσανατολισμό και από 45% θέλει να αλλάξει αυτή την αναλογία σε 85%). Αξιοποιούν, ίσως να πει κάποιος, καλύτερα οι τράπεζες τους πόρους τους, υπέρ ποίου όμως; Σίγουρα όχι υπέρ των καταθετών, αλλά μάλλον για να τροφοδοτήσουν τα πολύ υψηλά κέρδη τους.

Η τοκογλυφία είναι πιο συμφέρουσα από τη διαχείριση των καταθέσεων.

Πλέον, λοιπόν, τα κριτήρια χορήγησης δανείων έχουν χαλαρώσει, οι τράπεζες δίνουν ψίχουλα στους καταθέτες (όσους έχουν απομείνει), εισπράττουν χοντρά από τους δανειολήπτες και η πίστωση έχει εδραιωθεί ως γενικός τρόπος ζωής. Σήμερα, όποιος θέλει να αγοράσει μια τηλεόραση, δανείζεται. Ακόμη και για τα ψώνια στο σουπερμάρκετ μπορεί να χρησιμοποιήσει πιστωτική κάρτα και να βρεθεί να πληρώνει δόσεις για τα αγγουράκια και το χαρτί υγείας. Βέβαια, κάποιος μπορεί να αντιλέξει «Και λοιπόν; Πού είναι το κακό σε αυτό; Με αυτό τον τρόπο δεν μπορεί κάποιος να αποκτήσει κάτι που πριν δεν θα μπορούσε; Τι με νοιάζει τι εισπράττουν οι καταθέτες; Η αποταμίευση είναι για παλιά μυαλά. Αφού ξέρω ότι θα έχω εισόδημα στο μέλλον γιατί να μη δανειστώ για να απολαύσω σήμερα αντί να περιμένω για να απολαύσω αύριο; Με την πίστωση δεν ενισχύεται η προσφορά χρήματος και, κατά συνέπεια, η ανάπτυξη;»

Ακολουθεί το Β΄ μέρος (και φαρμακερό).

Τετάρτη, Ιουλίου 25, 2007

Θαύμα στο νεροχύτη


Διαπιστώνοντας ότι τα περισσότερα σκίτσα των τελευταίων αναρτήσεών μου οπλοφορούν και ενίοτε χειρίζονται βαρύ οπλισμό, αποφάσισα να σκιτσάρω/γράψω κάτι σε διαφορετικό πνεύμα.

Ήταν πριν από μερικές εβδομάδες, τον Ιούνιο, όταν, ετοιμάζοντας το πρωινό μου, είδα ένα πράσινο πραγματάκι να ξεπροβάλει από την αποχέτευση του νεροχύτη. Κάποιο φύλο από τη χθεσινή σαλάτα σκέφτηκα. Προσέχοντας όμως περισσότερο είδα ότι αυτό στεκόταν όρθιο πάνω σε ένα μίσχο και το χρώμα του ήταν ένα ζωηρό, ζωντανότατο πράσινο. Απόρησα και μετά κατάλαβα, ένας σπόρος από κάποιο σαλατικό είχε πιαστεί στη μυστηριώδη ύλη που μαζεύεται στο σιφόνι του νεροχύτη και, σε αυτό το υπόστρωμα, είχε βλαστήσει εν μία νυκτί. Θαύμασα για λίγο με αυτό που είχε συμβεί μέσα σε μερικές ώρες, αλλά μη ξέροντας τι άλλο να κάνω, το τράβηξα και το έριξα στον κάδο με τα σκουπίδια.

Όσο και αν προσπαθούσα να δικαιολογήσω την πράξη μου στον εαυτό μου οι τύψεις δεν με άφησαν.

Τίποτα ζωντανό δεν πρέπει να πετιέται στα σκουπίδια.

Μετανιώνοντας μετά από μερικά λεπτά, ανέσυρα το μικρό πράσινο, όμορφο κορμί από τα απορρίμματα και το τοποθέτησα προσωρινά σε μια υγρή, τυλιγμένη χαρτοπετσέτα και, καθώς εγώ δεν έχω γλάστρες, λίγο αργότερα την ίδια ημέρα, το πράσινο πλάσμα φυτεύτηκε σε μια γλάστρα στο σπίτι των γονιών μου. Σήμερα, το μικρό φυτό έχει εξελιχθεί σε μια υπερήφανη τοματιά, με ύψος περίπου 30 εκατοστά. Την επισκέπτομαι πάντα όταν πηγαίνω στους γονείς μου, στη βεράντα, ανάμεσα στα άλλα φυτά. Έχω την αίσθηση ότι κάτι με συνδέει με αυτό το φυτό. Ανόητοι συναισθηματισμοί ενός σαραντάρη μοναχικού τύπου που δεν τα πήγε ποτέ καλά με τους ανθρώπους, μπορεί να σκεφτεί κάποιος. Θέμα ηθικής τάξης λέω εγώ και η ηθική είναι χάλυβας (η αληθινή ηθική, τέκνο της ευσπλαχνίας και της δικαιοσύνης και όχι ρηχές κοινωνικές συμβάσεις). Αφήστε που μπορεί να φάω και καμιά τομάτα... στο πιάτο μου εννοώ.

Πάντως, από μια άλλη σκοπιά, μικρά περιστατικά σαν και αυτό ταρακουνούν λίγο τον άνθρωπο και τον κάνουν να συνειδητοποιεί κάποιες αλήθειες.

Εν αρχή ήταν η σήψη και η νεκρή ύλη και μετά ήρθε το σπέρμα που περιείχε μέσα στις περιελίξεις του DNA του την πληροφορία, τον αλγόριθμο, το λόγο, και ο λόγος πήρε τη σήψη και τη νεκρή ύλη και με τη θερμότητα του μεγάλου Ήλιου την έκανε να αναριγήσει. Ο λόγος έκτισε την άκτιστη ύλη και στο θάνατο φύτρωσε η ζωή και ύψωσε το ανάστημά της, πράσινη, καθαρή, όμορφη και γεμάτη σφρίγος και θέληση, όχι για πάντα όμως. Κάποτε ο κύκλος θα κλείσει και η ζωή θα αποδώσει ξανά πίσω στο θάνατο αυτά που του δανείστηκε, για να τα αποδώσει ξανά ο κυρ θάνατος σε μια άλλη ζωή, σε έναν άλλο σπόρο που και αυτός έχει το δικαίωμα να περάσει από την επικράτεια της δυνατότητας στην επικράτεια της πραγματικότητας και να χτίσει το δικό του κορμί και να χαρεί τη ζεστασιά του μεγάλου Ήλιου στα δικά του φύλλα.

Ζωή και Θάνατος, οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, δεν μπορείς να έχεις το ένα χωρίς το άλλο. Μερικές φορές σκέφτομαι ότι το να αποδεχόμαστε το ένα και όχι το άλλο είναι ένα είδος πνευματικής αναπηρίας, στο βαθμό που ως τέτοια μπορεί να χαρακτηριστεί κάθε άρνηση να αντικρίσει κάποιος την αληθινή και συνολική φύση του κόσμου, επιλέγοντας αντί για αυτό να παλεύει να διατηρήσει την ισορροπία του στηριζόμενος στο ένα πόδι. Ο κύκλος, πρέπει να είναι κλειστός, το φίδι πρέπει να δαγκώνει την ουρά του, αν θέλει κάποιος να αρνηθεί το θάνατο, είναι δικαίωμά του, αλλά πρέπει να έχει επίγνωση ότι μαζί αρνείται και τη ζωή. Αυτός είναι ο νόμος του σύμπαντος. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ανοησία από το να δηλώνει κάποιος λάτρης της ζωής και παράλληλα να τρέμει το θάνατο και να ανοητεύει επιθυμώντας κάποια υποτιθέμενη αθανασία, που ακόμη και αυτοί οι Υπερβόρειοι που την έχουν δεν την αντέχουν και επιλέγουν να δίνουν κάποια στιγμή το δικό τους τέλος, κλείνοντας τη ζωή τους με εκείνο το τελευταίο άλμα από το βράχο. Στο κάτω - κάτω, νομίζω ότι το πραγματικό μας πρόβλημα δεν είναι τόσο ο θάνατος ή/και η ζωή, αλλά ο συνοδός τους, αυτός που παραμονεύει πάντα κοντά τους και ουσιαστικά τους επιτρέπει να αφήνουν το ίχνος τους στη συνείδηση, το καθρέφτισμά τους εντός μας, ο Πόνος, αλλά αρκετά για αυτή την ανάρτηση.

Σάββατο, Ιουλίου 21, 2007

Τι να τις κάνουμε τις συγκεντρώσεις...

Στοιχείο πολυβόλου του ιστολογίου ετοιμάζεται να βάλει εναντίον του δικομματισμού.

Τι να τις κάνουμε τις συγκεντρώσεις και τις διαμαρτυρίες και τα φάσκελα στη βουλή, όταν, αν πιστέψουμε τις πρόσφατες δημοσκοπήσεις, το 81% των συμπολιτών μας θα πάει πάλι να ψωνίσει από τα δύο μεγάλα μαγαζιά; Είναι εφιαλτικό, ίσως η μετανάστευση να είναι μια κάποια λύσις. Προσωπικά, αναζητώ κάποια έκταση για αγορά, την οποία θα ανακηρύξω σε ανεξάρτητη επικράτεια (εννοείται με εμένα ισόβιο, δημοκρατικά αυτοανακηρυγμένο πρόεδρο).

Εάν ήθελα να προτρέψω τους ιστολόγους που ασχολούνται με πολιτικά θέματα σε κάποια κοινή πρωτοβουλία όταν προκηρυχθούν οι εκλογές, αυτή θα ήταν να ζητήσουμε την καταψήφιση των δύο μεγάλων κομμάτων και ας το κάνει ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Άλλο σχετικό και πιο αναλυτικό ποστ, εδώ.

Κανένας ο οποίος θα ψηφίσει και πάλι ΠΑΣΟΚ ή ΝΔ δεν θα έχει δικαίωμα να διαμαρτυρηθεί για οτιδήποτε χωρίς να αποδεχθεί και δική του, μεγάλη, ευθύνη. Ευθύνη είναι η λέξη κλειδί της δημοκρατίας.

Επισημαίνω, για όσους αισθάνονται ότι οι απόψεις τους δεν ταυτίζονται με κάποιου μικρότερου κόμματος, ότι το λευκό δεν είναι αθέμιτη επιλογή, είναι ένα σήμα αποδοκιμασίας και ένα σήμα για την ενεργοποίηση νέων δυνάμεων και συσπειρώσεων.

Τρίτη, Ιουλίου 17, 2007

Η «φάση» και η κ***γρια

Η «φάση»:

Εχθές άργησα να πάω στο πάρκο και έτσι, βρέθηκα να τελειώνω το τρέξιμό μου αφού είχε σκοτεινιάσει. Σε κάποιο σκοτεινό σημείο προβάλλουν τρεις φιγούρες, στα χέρια τους ανάβουν οι κάφτρες από τσιγάρα. Η συμπεριφορά τους και οι φωνές τους, που φανερώνουν ότι είναι ξένοι, δεν μου αρέσουν, αλλά δεν ανησυχώ ιδιαίτερα. Συνεχίζω κανονικά, βλέπω όμως ότι κινούνται προς την πορεία μου, σίγουρα κάποιο ανόητο αστείο, όχι εντελώς ασύνηθες όταν τρέχεις στο πάρκο. Προχωρώ χωρίς να μειώσω ταχύτητα ή να αλλάξω κατεύθυνση. Περνώντας δίπλα τους, απλώνουν κάποια χέρια και με αγγίζουν στο κεφάλι κάνοντας ανόητους θορύβους, υποτίθεται για να με τρομάξουν. Μετά από λίγα μέτρα κάνω μεταβολή, τρέχω πίσω τους και τους κάνω ακριβώς το ίδιο. Τα χάνουν. Βλέπω ότι, αν και ψηλότεροι από εμένα, είναι αρκετά μικροί σε ηλικία, ανόητα, απειθάρχητα παιδιά που αντλούν αυτοπεποίθηση από την ομάδα. Είμαι πια πολύ μεγάλος, πολύ απηυδισμένος, πολύ αγανακτισμένος για να φοβάμαι και να κάνω τον πάπιο.

Δεν μετάνιωσα για αυτό που έκανα.

Η κ***γρια:

Λίγο νωρίτερα απόψε επιστρέφω από το σουπερμάρκετ. Μπροστά μου, μια ξένη, νεαρή γυναίκα περπατάει με τα δύο μικρά παιδιά της. Είμαι πιο πίσω σε μικρή απόσταση ενώ κοντά βρίσκεται και μια αξιοσέβαστη (φαινομενικά) γηραιά κυρία. Μπροστά μας αρχίζουν να πέφτουν νερά από ένα μπαλκόνι καθιστώντας αδύνατη τη διέλευση και αναγκάζοντας τους πεζούς να κατέβουν στο δρόμο. Προφανώς, κάποιος ασυνείδητος αποφάσισε να ποτίσει σε ώρα αιχμής, για να μην αναφερθώ στο πόσο επιτρεπτό είναι ένα μπαλκόνι να μην έχει υδρορροή και τα νερά να πέφτουν ελεύθερα σε ένα πολυσύχναστο πεζοδρόμιο. Το πρόβλημα δεν είναι τόσο μεγάλο ούτε για εμένα ούτε για τη γηραιά κυρία, αλλά προφανώς είναι μεγαλύτερο για τη γυναίκα με τα δύο μικρά παιδιά.

Η μητέρα, αγνακτισμένη, κάτι θα είπε, όχι πολύ δυνατά, γιατί δεν την άκουσα, αλλά την άκουσε η γηραιά κυρία στην οποία εφεξής θα αναφέρομαι ως «η κ***γρια». Η κ***γρια λοιπόν δεν αντέδρασε στην αθλιότητα του υπανθρώπου που παραλίγο να μας λούσει (και εκείνη μαζί) με τα βρομόνερά του, ούτε συγκινήθηκε από την ταλαιπωρία της νεαρής μητέρας και των παιδιών της, θίχτηκε όμως η εθνική υπερηφάνεια και το φιλότιμό της από το ανήκουστο γεγονός ότι μια ξένη βρήκε το θράσος να διαμαρτυρηθεί/να βρίσει (;) αντιδρώντας σε αυτό που συνέβη. Η κ**γρια λοιπόν επέπληξε τη γυναίκα με ένα «ντροπή σου» και όταν η γυναίκα ρώτησε «εγώ φταίω;» η απάντησή της ήταν «βεβαίως, εσύ φταις, είσαι ξένη, σε φιλοξενούμε και μας βρίζεις!» (!!!). Η μητέρα δεν μίλησε άλλο και συνέχισε στωικά το δρόμο της με τα παιδιά της (για αυτά λυπήθηκα περισσότερο) ενώ η κ***γρια μονολογούσε για το θράσος και την αχαριστία των ξένων που τους «φιλοξενούμε».

Η πρώτη μου σκέψη, η σωστή, ήταν να αντιδράσω λέγοντας στην κ***γρια ότι και εγώ ντρέπομαι που είμαι συμπατριώτης της και άλλα, περί αδιαπραγμάτευτου της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και αμετάβλητου των αρχών της δικαιοσύνης, πράγματα που αμφιβάλλω αν θα καταλάβαινε, αλλά μετά πρόσεξα πόσο κατσιασμένη (από την κακία ίσως) ήταν και πόσο εύθραυστη έμοιαζε και προτίμησα να μην πω τίποτα.

Μετάνιωσα για αυτό που δεν έκανα.

Σκυλίσιες μέρες, δεν ξέρεις από πού θα σου έλθει.

Δευτέρα, Ιουλίου 16, 2007

Το πότισμα

- Άλες καπούτ!!!

Οι δικοί μου πήγαν στο εξοχικό. Ανέλαβα να περάσω από το πατρικό μου για να ποτίσω τα λουλούδια. Κίνησα το βράδυ του Σαββάτου και, αντί να βγω στην Πατησίων για να περπατήσω προς το κέντρο, όπως κάνω συνήθως στις βόλτες μου, ξεκίνησα την κάθοδο, μέσα από στενά, προς τα Πατήσια. Καλοκαίρι, το ολοφυρόμενο χάος της ανθρωπότητας, ο παφλασμός της σαρκοθάλασσας μιας από τις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές του κόσμου ξεχύνεται στους δρόμους μέσα από ανοιχτά παράθυρα και πόρτες. Πόσο προτιμώ τον Χειμώνα που κλείνει τους ανθρώπους και τους θορύβους τους πίσω από κλειστές πόρτες και τζάμια. Μια ακατάπαυστη οχλοβοή σπάει σαν κύμα στα τύμπανα των αυτιών μου. Όλες οι γλώσσες της Γης, μια ασίγαστη βοή από αμέτρητα στόματα. Σε αυτό το υπόβαθρο, ένα κακόηχο μίγμα ποπ και έθνικ, ανακατεμένο με σκυλοτράγουδα κυριαρχεί σε ορισμένα σημεία, από τα παράθυρα, σπιτιών καταστημάτων και αυτοκινήτων. Κάπου - κάπου τα μπάσα ανακατεύουν το στομάχι μου.

Στις γωνίες βουβαλόπαιδα, με χοντρούς σβέρκους και ρούχα που παραβιάζουν κάθε αισθητική περιμένουν τις δαμάλες τους για την έξοδο του Σαββάτου. Η αισθητική ενός λούμπεν, πολυεθνικού προλεταριάτου κυριαρχεί με φόντο το τσιμέντο, την άσφαλτο και τους ξέχειλους κάδους απορριμμάτων. Έξω από το ψιλικατζίδικο, σε ένα στενό, μια ομάδα μεταναστών, προφανώς από την Ανατολική Ευρώπη, κάθεται σε ένα πεζούλι και γελά τρανταχτά, απαίσια, επώδυνα. Μέσα από το μαγαζί, ίσως κάποιου ομοεθνούς τους, ξεχύνονται αφόρητοι ήχοι, εδώ και εκεί άδεια και σπασμένα μπουκάλια μπύρας, η Σαββατιάτικη διασκέδασή τους. Σάρκες γαντζωμένες πεισματικά στη ζωή για λόγους ακατανόητους και μυστηριώδεις σε μένα, σε τέτοιο βαθμό ώστε να γεννοβολούν κιόλας σε αυτή την κόλαση του Δάντη.

Ένα νεαρό ζευγάρι βγάζει το μωρό του βόλτα, ο πατέρας μικρής ηλικίας, όπως και η μητέρα. Δεν ξέρω αν είναι Έλληνες ή ξένοι. Αυτή έχει ακόμη τη γενική εμφάνιση που δελέασε το αρσενικό για να το παρασύρει στην τεκνοποιία και να το ζέψει στο ζυγό της οικογένειας, στο ζυγό στον οποίο είναι και η ίδια ζεμένη, έχοντας όμως φανερά την πίστη ότι εκπληρώνει τον "σκοπό" της. Τα χαρίσματά της όμως έχουν ήδη αρχίσει να φθίνουν, κάπου κρεμάει, κάπου παίρνει βάρος. Είναι λίγο απεριποίητη, όπως δεν θα ήταν πριν από ένα ή δύο χρόνια. Ο ρόλος της πλέον έχει αλλάξει. Στο βλέμμα εκείνου νομίζω ότι διακρίνω κάποια σημάδια απελπισίας, ίσως μια συνειδητοποίηση που αρχίζει να ανατέλλει στο νου του. Χαμογελώ από μέσα μου, απέφυγα αυτή την παγίδα, μπορεί να ζω στην κόλαση, αλλά η κόλαση δεν με ξεγέλασε σε καμία στιγμή. Ας πρόσεχες άνθρωπε. Σκέφτομαι την αγωνία της κοινωνίας να σε πείσει ότι πρέπει να της προσφέρεις περισσότερο κρέας για να αλέσει και καγχάζω.

Πλησιάζω στο σπίτι των γονιών μου, η οχλοβοή είναι αρκετά έντονη, Οι λαρυγγισμοί, οι μουσικές, οι θόρυβοι, οι οσμές εγκλωβίζονται στο λαβύρινθο των πολυκατοικιών και επιτίθενται κατά κύματα στις αισθήσεις μου. Εδώ και εκεί κρέμονται CD από τα μπαλκόνια, μπροστά μου μια λειωμένη κατσαρίδα. Ένας γέρος, με βλέμμα που δείχνει ανικανότητα να κατανοήσει τον νέο κόσμο που τον περιβάλλει κυκλοφορεί με ξεκούμπωτο πουκάμισο και το παρηκμασμένο κορμί του που ζέχνει σε κοινή θέα, μόνη του άμυνα απέναντι στον κόσμο η φαινομενική ασημαντότητά του και η απέχθεια που δημιουργεί στους άλλους.

Ξαφνικά, κάτι συμβαίνει, ένας θόρυβος καλύπτει όλους τους άλλους, ένα εκκωφαντικό κροτάλισμα. Σε μια διασταύρωση, στην Αχαρνών, ξεπροβάλλει πρώτα μια ερπύστρια και μετά ένα τεράστιο άρμα μάχης. Στον πυργίσκο στέκεται ευθυτενής ένας αξιωματικός των Ες Ες. Ακολουθούν μερικά ερπυστριοφόρα μεταφοράς προσωπικού. Η φάλαγγα σταματάει. Προσέχω τον αξιωματικό των Ες Ες. Είναι ευπαρουσίαστος, τα χαρακτηριστικά του προσώπου του μοιάζουν κάπως με τα δικά μου. Κοιτάζει γύρω του, πρώτα με στωικότητα την οποία όμως γρήγορα διαδέχεται μια έκφραση οργής και αηδίας, σαν να μην μπορεί να δεχθεί αυτό που αντικρίζει. Στρέφεται στους βαριά οπλισμένους άνδρες που τον ακολουθούν. Κάποιοι είναι φορτωμένοι με χειροβομβίδες και φλογοβόλα. Ανοίγει το στόμα του και ουρλιάζει σαν λύκος: «Άλες Καπούτ! Άλες καπούτ!». Το πυροβόλο του άρματος εκπυρσοκροτεί στέλνοντας μια οβίδα σε μια πολυκατοικία και μια κόλαση φωτιάς ξεχύνεται προς όλες τις κατευθύνσεις, φέρνοντας την κάθαρση δια του πυρός.
-
Συνέρχομαι γρήγορα καθώς πέφτουν πάνω μου οι σταγόνες από κάποιο κλιματιστικό ή, χειρότερα, από το πότισμα σε κάποιο μπαλκόνι. Οι δαίμονες διαλύονται. Μπροστά μου μια εφηβική παρέα αφροελλήνων αστειεύεται σε άπταιστα Ελληνικά, πολύ πιθανό να γεννήθηκαν εδώ και η γλώσσα των γονιών τους να είναι μόνο «η γλώσσα που μιλάνε στο σπίτι». Οι κινήσεις τους δεν είναι ανεξέλεγκτες και δείχνουν κάποια ανατροφή. Αυτά τα παιδιά είναι χαρούμενα, καθαρά και ντυμένα με ζωηρά, ευχάριστα χρώματα. Η παρουσία τους με χαροποιεί. Σηκώνω το βλέμμα αναζητώντας τη λωρίδα του ουρανού μέσα από το τσιμέντο, κοιτάζω τα έντονα από τη μόλυνση χρώματα του ηλιοβασιλέματος και διώχνω κάπως τη μελαγχολία σκεπτόμενος «να ένα θέμα για ποστ!».

Παρασκευή, Ιουλίου 13, 2007