Σάββατο, Δεκεμβρίου 26, 2009

Κάλαντα

Επερίμενα την παραμονή ότι όλο και κάποιος θα κτυπούσε για τα κάλαντα, αλλά τελικώς δεν εφάνη κανείς, τουλάχιστον όσο ευρισκόμην εντός της οικίας μου.

Υ.Γ. Έτσι και αλλιώς δεν θα άνοιγα.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 21, 2009

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 18, 2009

Μην ανησυχείς...

...θα είναι ήπια προσαρμογή!

Τρίτη, Δεκεμβρίου 15, 2009

Αθηναϊκά χριστουγεννιάτικα έθιμα και παραδόσεις

Ο εορταστικός σκουπιδοστολισμός! Επαναλαμβάνεται με συνέπεια τα τελευταία έτη.

.

Ω, σκουπίδι μου, σκουπίδι μου,

μ’ αρέσεις πώς μ’ αρέσεις…

.

Αν και η απεργία έχει λήξει, οι συσσωρευμένες οροσειρές δεν έχουν μειωθεί ακόμη στο δρόμο μου.
.
Ενημέρωση: Βιάστηκα να μιλήσω για λήξη της απεργίας. Έμαθα για νέα απεργία στον ΧΥΤΑ. Καλοφάγωτα (τα σκουπίδια).

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 11, 2009

Στοιχειώματα

Ξύπνησα τη νύχτα και περιπλανιόμουν μέσα στο σπίτι με σβησμένα τα φώτα. Μία σκέψη κυριαρχούσε στο νου μου: στοιχειώνουμε πολύ πριν να πεθάνουμε, ο θάνατος απλώς επιβεβαιώνει το γεγονός. Λέγεται προσκόλληση.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 07, 2009

Λα πιάτσα ντε λα πρεζόνε

Έχω μάθει να τους εντοπίζω εγκαίρως πια και να τους αποφεύγω. Κάποτε σύχναζαν μπουλούκι στην Τοσίτσα, ανάμεσα στο Πολυτεχνείο και το μουσείο. Τους βλέπανε και οι τουρίστες και κάποια στιγμή φαίνεται ότι τους διώξανε. Έκτοτε, περιπλανώνται, κάπου μεταξύ Πατησίων και Πανεπιστημίου, και κάποιες φορές επιστρέφουν στο αρχικό τους λημέρι. Μερικές φορές συχνάζουν μπροστά από το Πολυτεχνείο, άλλες φορές απέναντι, άλλοτε πάλι συχνάζουν λίγο παρακάτω σε κάποια από τις σκεπαστές διόδους. Σπάνια φτάνουν και μέχρι τις αρχές της Πανεπιστημίου. Ο κόσμος τους αντιμετωπίζει με τρόμο και αποστροφή και προτιμά το απέναντι πεζοδρόμιο. Όταν η αστυνομία αποφασίζει να τους δώσει σημασία και να τους διώξει από το ένα στέκι, πάνε στο άλλο στέκι και όταν τους διώξουν από το άλλο στέκι επιστρέφουν ξανά στο πρώτο στέκι και συνέχεια το ίδιο, σισύφειο έργο. Μία-δύο φορές από απροσεξία βρέθηκα να περπατάω ανάμεσά τους.

Ήταν σαν να βρέθηκα στην κόλαση, περιτριγυρισμένος από χαμένες ψυχές. Πρόσωπα παραμορφωμένα, αλλοιωμένα, άλλα απαθή, άλλα με την ένταση του ανεκπλήρωτου πάθους. Κορμιά, το ίδιο. Άνθρωποι που λύγιζαν τα γόνατα και ακουμπούσαν τα χέρα στο πεζοδρόμιο με κρεμασμένο το κεφάλι, σε αφύσικες στάσεις, σε απόλυτη ακινησία ή που ταλαντεύονταν αργά, μερικοί πεσμένοι κάτω, σαν πεθαμένοι. Άλλοι με επιδέσμους, άλλοι σε γωνίες έκαναν την περίεργη ιεροτελεστία τους κατά μόνας, άλλοι σε πηγαδάκια έκαναν τις συναλλαγές τους.

Βρώμικοι οι περισσότεροι, ίσως και άστεγοι, με σκισμένα ρούχα, όλων των ηλικιών, αρτιμελείς και ανάπηροι, ξεδοντιάρηδες, άλλοι σε καλύτερη κατάσταση, πιο φρέσκοι στη συνήθεια. Μια αδιόρατη απειλή στον αέρα, σαν να είσαι στο κλουβί μαζί με πεινασμένα ζώα που σε ζυγιάζουν. Κάποιες φορές διαπληκτισμοί και φωνές ακατανόητες, βρισιές, σπρωξίματα. Πλάσματα εκτός ελέγχου που τα περισσότερα δεν μπορείς πια να τα πεις ανθρώπους. Ένας άνθρωπος είναι κάτι πιο σύνθετο, αυτοί υπάρχουν μόνο για την επόμενη δόση τους, ζεμένοι σε ένα ζυγό που υποτάσσει όλη τους την ύπαρξη. Μιλούν, αλλά δεν έχουν λόγο. Δεν μπορείς να τους εμπιστευθείς, δεν μπορείς να τους πιστέψεις, ξέρεις ότι όλες τους οι ενέργειες, όλες τους οι πράξεις μόνο ένα σκοπό υπηρετούν, τα πράγματα είναι πολύ απλά και ξεκάθαρα, όλα τα άλλα και όλοι οι άλλοι είναι απλά μέσα για την επίτευξη αυτού του σκοπού. Ζουν για τη σκόνη που θα τους ανοίξει λίγο την πόρτα του παραδείσου και θα τους αφήσει να κλέψουν μια ματιά από τις χαρές του, μα πριν προλάβουν να βάλουν μέσα το πόδι τους, η πόρτα κλείνει και γκρεμοτσακίζονται πίσω σε μια όλο και πιο άσχημη πραγματικότητα, αφού η σκόνη καίει κάθε άλλη χαρά, και το μόνο που μένει ο αγώνας για να εξασφαλιστούν τα είκοσι - τριάντα (;) ευρώ για να τους ανοίξει ξανά λίγο την πύλη ο κλειδοκράτορας Άγιος Πέτρος ο πρεζέμπορος. Ο παράδεισος βέβαια ξεθωριάζει σιγά-σιγά και μένει μόνο η δόση και ο πόνος από τη στέρησή της.

Νοιώθεις τα βλέμματά τους πάνω σου, προσπαθούν να καταλάβουν πώς θα μπορούσες να τους χρησιμεύσεις για τον υπέρτατο σκοπό τους. Η ψυχή γεμίζει με αηδία, κάπου νοιώθεις ενοχές που δεν μπορείς να αισθανθείς οίκτο ή λες ψέματα στον εαυτό σου ότι λυπάσαι κιόλας. Πώς να λυπηθείς αυτόν που δεν λυπάται ο ίδιος τον εαυτό του, αυτόν που είναι ανίκανος να λυπηθεί οτιδήποτε;! Ταχύνεις το βήμα, μα όχι πολύ, μη δείξεις στην αγέλη ότι φοβάσαι και ξυπνήσεις το ένστικτο του κυνηγιού, και απομακρύνεσαι.

Λίγο πιο πέρα, από μια τράπεζα ξεχύνονται κάτι γραβατωμένοι και γυναίκες με εμφάνιση μπίζνες, χωρίς να το καταλάβω βρέθηκα περικυκλωμένος, κοίταξα γύρω μου με φρίκη και...

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 04, 2009

Άλλη μια ιστορία δρόμου

Με πλησίασε στον πεζόδρομο της Ερμού. Ήταν μικροκαμωμένη και αδύνατη, αλλά όχι χωρίς κάποια σπιρτάδα. Είχε έλθει από την επαρχία, μου είπε, αντιμετώπιζε προβλήματα στέγασης και έμενε στο δρόμο και να μην την περάσω για «πρεζάκι». Είχε, λέει, δεκαέξι (16) ευρώ και της λείπανε τέσσερα, διότι είχε κάνει συμφωνία με ένα ξενοδόχο να της παραχωρήσει ένα δωμάτιο έναντι 20 ευρώ για να πλυθεί και να φρεσκαριστεί λίγο. Τη διέκοψε κάποια στιγμή ένας νεαρός που μας ζήτησε μερικά λεπτά, τον έδιωξε, λέγοντάς του ότι την ίδια δουλειά κάνει, «πώς φαίνεται το πρεζάκι» μου είπε γελώντας πονηρά και συνωμοτικά μόλις απομακρύνθηκε ο νεαρός. Της αντιπρότεινα αντί να της δώσω χρήματα να πάμε μαζί στο ξενοδοχείο και να πληρώσω εγώ το δωμάτιο στη ρεσεψιόν και, εννοείται, να φύγω αμέσως. Αιφνιδιάστηκε, αλλά δεν τα έχασε. Είναι, λέει, κάθαρμα ο ξενοδόχος και σε μια κυρία που είχε κάνει το ίδιο της ζήτησε μετά σαράντα (40) ευρώ, διότι αυτή είναι η κανονική τιμή του δωματίου και η κυρία είχε τσατιστεί και είχε φύγει και ότι για είκοσι (20) ευρώ το άφηνε μόνο στην ίδια.

«Εγώ πάντως ήμουν ειλικρινής!» φώναξε καθώς απομακρυνόμουν.
.
Υ.Γ. Μου κάνει εντύπωση που, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, κανένας από αυτούς τους δυστυχισμένους δεν παραδέχεται την κατάστασή του, προσπαθώντας, μάταια, να σε ξεγελάσουν, με τα παραμορφωμένα κορμιά, τα παραμορφωμένα πρόσωπα, τα χαλασμένα δόντια, το ακόρεστο πάθος στα μάτια.